Verses sixteen through nineteen of Daniel chapter eleven represents the history beginning at the soon coming Sunday law in the United States, until Michael stands up and human probation closes. It therefore also represents the history of verse forty-one through verse forty-five of the same chapter.
Τα εδάφια δεκαέξι έως δεκαεννέα του ενδέκατου κεφαλαίου του Δανιήλ αντιπροσωπεύουν την ιστορία που αρχίζει με τον επικείμενο νόμο της Κυριακής στις Ηνωμένες Πολιτείες, έως ότου ο Μιχαήλ εγερθεί και λήξει η ανθρώπινη δοκιμασία. Επομένως, αντιπροσωπεύουν επίσης την ιστορία από το εδάφιο σαράντα ένα έως το εδάφιο σαράντα πέντε του ιδίου κεφαλαίου.
But he that cometh against him shall do according to his own will, and none shall stand before him: and he shall stand in the glorious land, which by his hand shall be consumed. He shall also set his face to enter with the strength of his whole kingdom, and upright ones with him; thus shall he do: and he shall give him the daughter of women, corrupting her: but she shall not stand on his side, neither be for him. After this shall he turn his face unto the isles, and shall take many: but a prince for his own behalf shall cause the reproach offered by him to cease; without his own reproach he shall cause it to turn upon him. Then he shall turn his face toward the fort of his own land: but he shall stumble and fall, and not be found. Daniel 11:16–19.
Αλλ’ εκείνος που έρχεται εναντίον του θέλει πράξει κατά το ίδιον αυτού θέλημα, και ουδείς θέλει σταθή ενώπιον αυτού· και θέλει σταθή εν τη γη τη ενδόξω, η οποία διά της χειρός αυτού θέλει καταναλωθή. Και θέλει στρέψει το πρόσωπον αυτού, διά να εισέλθη μετά της ισχύος όλης της βασιλείας αυτού, και οι ευθείς μετ’ αυτού· ούτω θέλει πράξει· και θέλει δώσει εις αυτόν την θυγατέρα των γυναικών, διαφθείρων αυτήν· αλλά δεν θέλει σταθή με το μέρος αυτού, ουδέ θέλει είσθαι υπέρ αυτού. Μετά ταύτα θέλει στρέψει το πρόσωπον αυτού προς τας νήσους, και θέλει κυριεύσει πολλάς· αλλά άρχων υπέρ εαυτού θέλει παύσει τον ονειδισμόν τον προσφερθέντα υπ’ αυτού· χωρίς τον ίδιον αυτού ονειδισμόν θέλει κάμει αυτόν να επιστρέψη επ’ αυτόν. Τότε θέλει στρέψει το πρόσωπον αυτού προς το οχύρωμα της γης αυτού· αλλά θέλει προσκόψει και πέσει, και δεν θέλει ευρεθή. Δανιήλ 11:16–19.
When Sister White addressed the final fulfillment of Daniel chapter eleven, she stated “that much of the history that has been fulfilled in this prophecy will be repeated.” Verses forty-one through forty-five repeat the prophetic history of these verses. The verses were fulfilled when pagan Rome took control of the world by first conquering three geographical areas.
Όταν η αδελφή Γουάιτ αναφέρθηκε στην τελική εκπλήρωση του ενδέκατου κεφαλαίου του Δανιήλ, δήλωσε ότι «μεγάλο μέρος της ιστορίας που έχει εκπληρωθεί σε αυτή την προφητεία θα επαναληφθεί». Τα εδάφια σαράντα ένα έως σαράντα πέντε επαναλαμβάνουν την προφητική ιστορία αυτών των εδαφίων. Τα εδάφια αυτά εκπληρώθηκαν όταν η παγανιστική Ρώμη έλαβε τον έλεγχο του κόσμου, κατακτώντας πρώτα τρεις γεωγραφικές περιοχές.
“Although Egypt could not stand before Antiochus, the king of the north, Antiochus could not stand before the Romans, who now came against him. No kingdoms were longer able to resist this rising power. Syria was conquered, and added to the Roman empire, when Pompey, BC 65, deprived Antiochus Asiaticus of his possessions, and reduced Syria to a Roman province.
«Αν και η Αίγυπτος δεν μπόρεσε να σταθεί ενώπιον του Αντιόχου, του βασιλέως του βορρά, ο Αντίοχος δεν μπόρεσε να σταθεί ενώπιον των Ρωμαίων, οι οποίοι τώρα ήλθαν εναντίον του. Κανένα βασίλειο δεν ήταν πλέον σε θέση να αντισταθεί σε αυτήν την ανερχόμενη δύναμη. Η Συρία κατακτήθηκε και προσαρτήθηκε στη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, όταν ο Πομπήιος, το 65 π.Χ., στέρησε από τον Αντίοχο τον Ασιατικό τις κτήσεις του και μετέβαλε τη Συρία σε ρωμαϊκή επαρχία.»
“The same power was also to stand in the Holy Land, and consume it. Rome became connected with the people of God, the Jews, by alliance, BC 162, from which date it holds a prominent place in the prophetic calendar. It did not, however, acquire jurisdiction over Judea by actual conquest till BC 63; and then in the following manner.
«Ἡ αὐτὴ δύναμις ἔμελλε ἐπίσης νὰ σταθῇ ἐν τῇ Ἁγίᾳ Γῇ καὶ νὰ τὴν καταναλώσῃ. Ἡ Ῥώμη συνδέθη μὲ τὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ, τοὺς Ἰουδαίους, διὰ συμμαχίας, τῷ 162 π.Χ., ἀφ’ ἧς χρονολογίας κατέχει ἐξέχουσαν θέσιν εἰς τὸ προφητικὸν ἡμερολόγιον. Δὲν ἀπέκτησε, ὅμως, δικαιοδοσίαν ἐπὶ τῆς Ἰουδαίας διὰ πραγματικῆς κατακτήσεως παρὰ μόνον τῷ 63 π.Χ.· καὶ τότε, κατὰ τὸν ἀκόλουθον τρόπον.»
“On Pompey’s return from his expedition against Mithridates, king of Pontus, two competitors, Hyrcanus and Aristobulus, were struggling for the crown of Judea. Their cause came before Pompey, who soon perceived the injustice of the claims of Aristobulus, but wished to defer decision in the matter till after his long-desired expedition into Arabia, promising then to return, and settle their affairs as should seem just and proper. Aristobulus, fathoming Pompey’s real sentiments, hastened back to Judea, armed his subjects, and prepared for a vigorous defense, determined, at all hazards, to keep the crown, which he foresaw would be adjudicated to another. Pompey closely followed the fugitive. As he approached Jerusalem, Aristobulus, beginning to repent of his course, came out to meet him, and endeavored to accommodate matters by promising entire submission and large sums of money. Pompey, accepting this offer, sent Gabinius, at the head of a detachment of soldiers, to receive the money. But when that lieutenant-general arrived at Jerusalem, he found the gates shut against him, and was told from the top of the walls that the city would not stand to the agreement.
«Κατά την επιστροφή τοῦ Πομπηίου ἀπὸ τὴν ἐκστρατείαν του κατὰ τοῦ Μιθριδάτου, βασιλέως τοῦ Πόντου, δύο διεκδικηταί, ὁ Ὑρκανὸς καὶ ὁ Ἀριστόβουλος, ἠγωνίζοντο διὰ τὸν θρόνον τῆς Ἰουδαίας. Ἡ ὑπόθεσίς των ἐτέθη ἐνώπιον τοῦ Πομπηίου, ὅστις ταχέως διέκρινε τὴν ἀδικίαν τῶν ἀξιώσεων τοῦ Ἀριστοβούλου, ἀλλὰ ἐπεθύμει νὰ ἀναβάλῃ τὴν κρίσιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος μέχρι μετὰ τὴν πολυπόθητον ἐκστρατείαν του εἰς τὴν Ἀραβίαν, ὑποσχόμενος τότε νὰ ἐπιστρέψῃ καὶ νὰ διευθετήσῃ τὰ πράγματά των καθ’ ὃν τρόπον ἤθελε φανῇ δίκαιον καὶ πρέπον. Ὁ Ἀριστόβουλος, διεισδύσας εἰς τὰ πραγματικὰ φρονήματα τοῦ Πομπηίου, ἔσπευσε νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς τὴν Ἰουδαίαν, ὥπλισε τοὺς ὑπηκόους του καὶ παρεσκευάσθη διὰ σθεναρὰν ἄμυναν, ἀποφασισμένος, μετὰ παντὸς κινδύνου, νὰ διατηρήσῃ τὸν θρόνον, τὸν ὁποῖον προέβλεπεν ὅτι θὰ ἐπιδικασθῇ εἰς ἄλλον. Ὁ Πομπήιος ἠκολούθησε ἐκ τοῦ πλησίον τὸν φυγάδα. Καθὼς ἐπλησίαζεν εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα, ὁ Ἀριστόβουλος, ἀρχίζων νὰ μετανοῇ διὰ τὴν πορείαν του, ἐξῆλθεν εἰς συνάντησίν του καὶ ἐπεχείρησε νὰ τακτοποιήσῃ τὰ πράγματα ὑποσχόμενος πλήρη ὑποταγὴν καὶ μεγάλα χρηματικὰ ποσά. Ὁ Πομπήιος, ἀποδεχθεὶς τὴν πρότασιν ταύτην, ἔστειλε τὸν Γαβίνιον, ἐπικεφαλῆς ἀποσπάσματος στρατιωτῶν, διὰ νὰ παραλάβῃ τὰ χρήματα. Ὅταν ὅμως ὁ ἀντιστράτηγος ἐκεῖνος ἔφθασεν εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα, εὗρε τὰς πύλας κεκλεισμένας ἐναντίον του, καὶ τοῦ ἐλέχθη ἀπὸ τὰ ἄνω τῶν τειχῶν ὅτι ἡ πόλις δὲν ἤθελε νὰ ἐμμείνῃ εἰς τὴν συμφωνίαν.»
“Pompey, not to be deceived in this way with impunity, put Aristobulus, whom he had retained with him, in irons, and immediately marched against Jerusalem with his whole army. The partisans of Aristobulus were for defending the place; those of Hyrcanus, for opening the gates. The latter being in the majority, and prevailing, Pompey was given free entrance into the city. Whereupon the adherents of Aristobulus retired to the mountain of the temple, as fully determined to defend that place as Pompey was to reduce it. At the end of three months a breach was made in the wall sufficient for an assault, and the place was carried at the point of the sword. In the terrible slaughter that ensued, twelve thousand persons were slain. It was an affecting sight, observes the historian, to see the priests, engaged at the time in divine service, with calm hand and steady purpose pursue their accustomed work, apparently unconscious of the wild tumult, though all around them their friends were given to the slaughter, and though often their own blood mingled with that of their sacrifices.
«Ο Πομπήιος, για να μην εξαπατηθεί κατ’ αυτόν τον τρόπο ατιμωρητί, έθεσε τον Αριστόβουλο, τον οποίο κρατούσε πλησίον του, σε δεσμά, και αμέσως εκστράτευσε εναντίον της Ιερουσαλήμ με ολόκληρο το στράτευμά του. Οι οπαδοί του Αριστοβούλου ήσαν υπέρ της υπερασπίσεως του τόπου· εκείνοι δε του Υρκανού υπέρ του να ανοίξουν τις πύλες. Επειδή οι τελευταίοι ήσαν περισσότεροι και υπερίσχυσαν, στον Πομπήιο παραχωρήθηκε ελεύθερη είσοδος στην πόλη. Τότε οι προσκείμενοι στον Αριστόβουλο αποσύρθηκαν στο όρος του ναού, απολύτως αποφασισμένοι να υπερασπισθούν εκείνον τον τόπο, όπως ακριβώς ο Πομπήιος ήταν αποφασισμένος να τον υποτάξει. Στο τέλος τριών μηνών έγινε ρήγμα στο τείχος, αρκετό για έφοδο, και ο τόπος κυριεύθηκε δια της ρομφαίας. Στη φοβερή σφαγή που ακολούθησε, δώδεκα χιλιάδες άνθρωποι εφονεύθησαν. Ήταν συγκλονιστικό θέαμα, παρατηρεί ο ιστορικός, να βλέπει κανείς τους ιερείς, ενώ ήσαν τότε απασχολημένοι στη θεία λατρεία, με ήρεμο χέρι και αταλάντευτο σκοπό να συνεχίζουν το συνηθισμένο τους έργο, φαινομενικά ασυνείδητοι του άγριου αναβρασμού, μολονότι γύρω τους οι φίλοι τους παραδίδονταν στη σφαγή, και μολονότι συχνά το ίδιο τους το αίμα αναμιγνυόταν με εκείνο των θυσιών τους.»
“Having put an end to the war, Pompey demolished the walls of Jerusalem, transferred several cities from the jurisdiction of Judea to that of Syria, and imposed tribute on the Jews. Thus for the first time was Jerusalem placed by conquest in the hands of that power which was to hold the ‘glorious land’ in its iron grasp till it had utterly consumed it.
«Αφού έθεσε τέλος στον πόλεμο, ο Πομπήιος κατεδάφισε τα τείχη της Ιερουσαλήμ, μετέφερε αρκετές πόλεις από τη δικαιοδοσία της Ιουδαίας σε εκείνη της Συρίας και επέβαλε φόρο υποτελείας στους Ιουδαίους. Έτσι, για πρώτη φορά, η Ιερουσαλήμ περιήλθε διά της κατακτήσεως στα χέρια εκείνης της δυνάμεως που επρόκειτο να κρατά τη “γη της δόξης” στη σιδερένια της λαβή, έως ότου την είχε ολοσχερώς καταναλώσει.»
“‘VERSE 17. He shall also set his face to enter with the strength of his whole kingdom, and upright ones with him; thus shall he do: and he shall give him the daughter of women, corrupting her: but she shall not stand on his side, neither be for him.’
«ΣΤΙΧΟΣ 17. Καὶ θὰ στρέψῃ ἔτι τὸ πρόσωπόν του, διὰ νὰ εἰσέλθῃ μὲ τὴν ἰσχὺ ὅλου τοῦ βασιλείου αὐτοῦ, καὶ οἱ εὐθεῖς μετ’ αὐτοῦ· οὕτως θὰ πράξῃ· καὶ θὰ δώσῃ εἰς αὐτὸν τὴν θυγατέρα τῶν γυναικῶν, διαφθείρων αὐτήν· ἀλλ’ αὐτὴ δὲν θὰ σταθῇ ἐπὶ τῆς πλευρᾶς αὐτοῦ, οὐδὲ θὰ εἶναι ὑπὲρ αὐτοῦ.»
“Bishop Newton furnishes another reading for this verse, which seems more clearly to express the sense, as follows: ‘He shall also set his face to enter by force the whole kingdom.’ Verse 16 brought us down to the conquest of Syria and Judea by the Romans. Rome had previously conquered Macedon and Thrace. Egypt was now all that remained of the ‘whole kingdom’ of Alexander, not brought into subjection to the Roman power, which power now set its face to enter by force into that country.
«Ο επίσκοπος Newton παρέχει και μίαν άλλην ανάγνωσιν διά τούτον τον στίχον, η οποία φαίνεται να εκφράζη σαφέστερον το νόημα, ως εξής: “Θέλει επίσης στρέψει το πρόσωπόν αυτού διά να εισέλθη μετά βίας εις όλον το βασίλειον.” Το εδάφιον 16 μάς έφερε μέχρι της κατακτήσεως της Συρίας και της Ιουδαίας υπό των Ρωμαίων. Η Ρώμη είχε προηγουμένως κατακτήσει την Μακεδονίαν και την Θράκην. Η Αίγυπτος ήτο τώρα το μόνο που απέμενε από το “όλον το βασίλειον” του Αλεξάνδρου, το οποίον δεν είχε υποταχθή εις την ρωμαϊκήν εξουσίαν, η οποία εξουσία τώρα έστρεφε το πρόσωπόν της διά να εισέλθη μετά βίας εις εκείνην την χώραν.»
“Ptolemy Auletes died BC 51. He left the crown and kingdom of Egypt to his eldest son and daughter, Ptolemy and Cleopatra. It was provided in his will that they should marry together, and reign jointly; and because they were young, they were placed under the guardianship of the Romans. The Roman people accepted the charge, and appointed Pompey as guardian of the young heirs of Egypt.
Ο Πτολεμαῖος Αὐλήτης πέθανε τὸ 51 π.Χ. Ἄφησε τὸ στέμμα καὶ τὸ βασίλειο τῆς Αἰγύπτου στὸν πρωτότοκο υἱό του καὶ στὴν θυγατέρα του, τὸν Πτολεμαῖο καὶ τὴν Κλεοπάτρα. Ἦταν ὁρισμένο στὴ διαθήκη του νὰ νυμφευθοῦν μεταξύ τους καὶ νὰ συμβασιλεύσουν· καὶ ἐπειδὴ ἦταν νέοι, τέθηκαν ὑπὸ τὴν κηδεμονία τῶν Ῥωμαίων. Ὁ Ῥωμαϊκὸς λαὸς ἀποδέχθηκε αὐτὴ τὴν ἐντολὴ καὶ διόρισε τὸν Πομπήιο ὡς κηδεμόνα τῶν νεαρῶν κληρονόμων τῆς Αἰγύπτου.
“A quarrel having not long after broken out between Pompey and Caesar, the famous battle of Pharsalia was fought between the two generals. Pompey, being defeated, fled into Egypt. Caesar immediately followed him thither; but before his arrival, Pompey was basely murdered by Ptolemy, whose guardian he had been appointed. Caesar therefore assumed the appointment which had been given to Pompey, as guardian of Ptolemy and Cleopatra. He found Egypt in commotion from internal disturbances, Ptolemy and Cleopatra having become hostile to each other, and she being deprived of her share in the government. Notwithstanding this, he did not hesitate to land at Alexandria with his small force, 800 horse and 3200 foot, take cognizance of the quarrel, and undertake its settlement. The troubles daily increasing, Caesar found his small force insufficient to maintain his position, and being unable to leave Egypt on account of the north wind which blew at that season, he sent into Asia, ordering all the troops he had in that quarter to come to his assistance as soon as possible.
«Επειδή, όχι πολύ αργότερα, ξέσπασε φιλονικία μεταξύ του Πομπηίου και του Καίσαρος, η περίφημη μάχη των Φαρσάλων διεξήχθη μεταξύ των δύο στρατηγών. Ο Πομπήιος, αφού ηττήθηκε, κατέφυγε στην Αίγυπτο. Ο Καίσαρ τον ακολούθησε αμέσως εκεί· αλλά πριν από την άφιξή του, ο Πομπήιος δολοφονήθηκε αισχρώς από τον Πτολεμαίο, του οποίου είχε διορισθεί κηδεμόνας. Ο Καίσαρ, λοιπόν, ανέλαβε τον διορισμό που είχε δοθεί στον Πομπήιο, ως κηδεμόνας του Πτολεμαίου και της Κλεοπάτρας. Βρήκε την Αίγυπτο σε αναστάτωση εξαιτίας εσωτερικών ταραχών, επειδή ο Πτολεμαίος και η Κλεοπάτρα είχαν καταστεί εχθρικοί ο ένας προς την άλλη, και εκείνη είχε στερηθεί το μερίδιό της στη διακυβέρνηση. Παρ’ όλα αυτά, δεν δίστασε να αποβιβαστεί στην Αλεξάνδρεια με τη μικρή του δύναμη, 800 ιππείς και 3200 πεζούς, να επιληφθεί της διαφοράς και να αναλάβει τη διευθέτησή της. Καθώς οι ταραχές αυξάνονταν καθημερινά, ο Καίσαρ διαπίστωσε ότι η μικρή του δύναμη ήταν ανεπαρκής για να διατηρήσει τη θέση του, και, επειδή δεν μπορούσε να αναχωρήσει από την Αίγυπτο εξαιτίας του βορείου ανέμου που έπνεε κατά την εποχή εκείνη, έστειλε στην Ασία, διατάζοντας όλα τα στρατεύματα που είχε σε εκείνη την περιοχή να έλθουν προς βοήθειά του το συντομότερο δυνατόν.»
“In the most haughty manner he decreed that Ptolemy and Cleopatra should disband their armies, appear before him for a settlement of their differences, and abide by his decision. Egypt being an independent kingdom, this haughty decree was considered an affront to its royal dignity, at which the Egyptians, highly incensed, flew to arms. Caesar replied that he acted by virtue of the will of their father, Auletes, who had put his children under the guardianship of the senate and people of Rome, the whole authority of which was now vested in his person as consul; and that, as guardian, he had the right to arbitrate between them.
«Με τον πλέον αλαζονικό τρόπο διέταξε τον Πτολεμαίο και την Κλεοπάτρα να διαλύσουν τα στρατεύματά τους, να εμφανιστούν ενώπιόν του για διευθέτηση των μεταξύ τους διαφορών και να συμμορφωθούν προς την απόφασή του. Καθόσον η Αίγυπτος ήταν ανεξάρτητο βασίλειο, το αλαζονικό αυτό διάταγμα θεωρήθηκε προσβολή της βασιλικής της αξιοπρέπειας, οπότε οι Αιγύπτιοι, εξαιρετικά εξοργισμένοι, προσέτρεξαν στα όπλα. Ο Καίσαρας απάντησε ότι ενεργούσε δυνάμει της θελήσεως του πατέρα τους, του Αυλήτη, ο οποίος είχε θέσει τα παιδιά του υπό την κηδεμονία της συγκλήτου και του λαού της Ρώμης, ολόκληρη δε η εξουσία αυτών είχε πλέον περιέλθει στο πρόσωπό του ως υπάτου· και ότι, ως κηδεμών, είχε το δικαίωμα να διαιτητεύσει μεταξύ τους.»
“The matter was finally brought before him, and advocates appointed to plead the cause of the respective parties. Cleopatra, aware of the foible of the great Roman conqueror, judged that the beauty of her presence would be more effectual in securing judgment in her favor than any advocate she could employ. To reach his presence undetected, she had recourse to the following stratagem: Laying herself at full length in a bundle of clothes, Apollodorus, her Sicilian servant, wrapped it up in a cloth, tied it with a thong, and raising it upon his Herculean shoulders, sought the apartments of Caesar. Claiming to have a present for the Roman general, he was admitted through the gate of the citadel, entered into the presence of Caesar, and deposited the burden at his feet. When Caesar had unbound this animated bundle, lo! the beautiful Cleopatra stood before him. He was far from being displeased with the stratagem, and being of a character described in 2 Peter 2:14, the first sight of so beautiful a person, says Rollin, had all the effect upon him she had desired.
«Το ζήτημα τελικώς ετέθη ενώπιόν του, και διορίσθηκαν συνήγοροι για να υπερασπισθούν την υπόθεση των αντιστοίχων μερών. Η Κλεοπάτρα, γνωρίζοντας την αδυναμία του μεγάλου Ρωμαίου κατακτητή, έκρινε ότι η ωραιότητα της παρουσίας της θα ήταν αποτελεσματικότερη για να εξασφαλίσει κρίση υπέρ της από οποιονδήποτε συνήγορο θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει. Για να φθάσει στην παρουσία του απαρατήρητη, κατέφυγε στο εξής τέχνασμα: Ξαπλώνοντας ολόκληρη μέσα σε ένα δέμα ρούχων, ο Απολλόδωρος, ο Σικελός υπηρέτης της, το τύλιξε με ύφασμα, το έδεσε με λουρί και, σηκώνοντάς το στους ηράκλειους ώμους του, κατευθύνθηκε προς τα διαμερίσματα του Καίσαρα. Ισχυριζόμενος ότι είχε ένα δώρο για τον Ρωμαίο στρατηγό, έγινε δεκτός διά της πύλης της ακροπόλεως, εισήλθε ενώπιον του Καίσαρα και απέθεσε το φορτίο στα πόδια του. Όταν ο Καίσαρ έλυσε αυτό το έμψυχο δέμα, ιδού, η ωραία Κλεοπάτρα στεκόταν ενώπιόν του. Απείχε πολύ από το να δυσαρεστηθεί με το τέχνασμα, και όντας χαρακτήρος όπως περιγράφεται στο 2 Peter 2:14, η πρώτη θέα ενός τόσο ωραίου προσώπου, λέγει ο Rollin, επέφερε επ’ αυτού ακριβώς το αποτέλεσμα που εκείνη είχε επιθυμήσει.»
“Caesar at length decreed that the brother and sister should occupy the throne jointly, according to the intent of the will. Pothinus, the chief minister of state, having been principally instrumental in expelling Cleopatra from the throne, feared the result of her restoration. He therefore began to excite jealousy and hostility against Caesar, by insinuating among the populace that he designed eventually to give Cleopatra the sole power. Open sedition soon followed. Achillas, at the head of 20,000 men, advanced to drive Caesar from Alexandria. Skillfully disposing his small body of men in the streets and alleys of the city, Caesar found no difficulty in repelling the attack. The Egyptians undertook to destroy his fleet. He retorted by burning theirs. Some of the burning vessels being driven near the quay, several of the buildings of the city took fire, and the famous Alexandrian library, containing nearly 400,000 volumes, was destroyed.
«Ο Καίσαρ τελικώς διέταξε να καταλάβουν ο αδελφός και η αδελφή από κοινού τον θρόνο, σύμφωνα με την πρόθεση της διαθήκης. Ο Ποθίνος, ο κύριος υπουργός του κράτους, έχοντας διαδραματίσει πρωτεύοντα ρόλο στην εκδίωξη της Κλεοπάτρας από τον θρόνο, φοβήθηκε το αποτέλεσμα της αποκαταστάσεώς της. Άρχισε, λοιπόν, να υποκινεί ζηλοτυπία και εχθρότητα εναντίον του Καίσαρος, υπαινισσόμενος ανάμεσα στον λαό ότι τελικώς σκόπευε να δώσει στην Κλεοπάτρα την αποκλειστική εξουσία. Ανοιχτή στάση ακολούθησε σύντομα. Ο Ἀχιλλᾶς, επικεφαλής 20.000 ανδρών, προήλασε για να εκδιώξει τον Καίσαρα από την Αλεξάνδρεια. Διατάσσοντας επιδέξια το μικρό σώμα των ανδρών του στους δρόμους και στα στενά της πόλεως, ο Καίσαρ δεν συνάντησε καμία δυσκολία να αποκρούσει την επίθεση. Οι Αιγύπτιοι επιχείρησαν να καταστρέψουν τον στόλο του. Αυτός ανταπέδωσε καίγοντας τον δικό τους. Καθώς μερικά από τα καιόμενα πλοία παρασύρθηκαν κοντά στην προκυμαία, αρκετά από τα κτίρια της πόλεως έπιασαν φωτιά, και η περίφημη Αλεξανδρινή βιβλιοθήκη, που περιείχε σχεδόν 400.000 τόμους, καταστράφηκε.»
“The war growing more threatening, Caesar sent into all the neighboring countries for help. A large fleet came from Asia Minor to his assistance. Mithridates set out for Egypt with an army raised in Syria and Cilicia. Antipater the Idumean joined him with 3,000 Jews. The Jews, who held the passes into Egypt, permitted the army to pass on without interruption. Without this co-operation on their part, the whole plan must have failed. The arrival of this army decided the contest. A decisive battle was fought near the Nile, resulting in a complete victory for Caesar. Ptolemy, attempting to escape, was drowned in the river. Alexandria and all Egypt then submitted to the victor. Rome had now entered into and absorbed the whole of the original kingdom of Alexander.
«Καθώς ὁ πόλεμος ἐγίνετο ὅλο καὶ περισσότερο απειλητικός, ὁ Καίσαρ απέστειλε σε όλες τις γειτονικές χώρες ζητώντας βοήθεια. Μεγάλος στόλος ήλθε από τη Μικρά Ασία προς ενίσχυσή του. Ὁ Μιθριδάτης εκστράτευσε προς την Αἴγυπτο με στρατό που συγκροτήθηκε στη Συρία και την Κιλικία. Ὁ Ἀντίπατρος ὁ Ἰδουμαῖος ενώθηκε μαζί του με 3.000 Ἰουδαίους. Οἱ Ἰουδαῖοι, οι οποίοι κατείχαν τα περάσματα προς την Αἴγυπτο, επέτρεψαν στο στράτευμα να διέλθει χωρίς καμία παρεμπόδιση. Χωρίς αυτή τη συνεργασία εκ μέρους τους, ολόκληρο το σχέδιο θα πρέπει να είχε αποτύχει. Ἡ άφιξη αυτού του στρατού έκρινε την έκβαση της αναμέτρησης. Ἀποφασιστική μάχη δόθηκε κοντά στον Νείλο, με αποτέλεσμα πλήρη νίκη για τον Καίσαρα. Ὁ Πτολεμαῖος, επιχειρώντας να διαφύγει, πνίγηκε στον ποταμό. Κατόπιν, η Ἀλεξάνδρεια και ολόκληρη η Αἴγυπτος υποτάχθηκαν στον νικητή. Ἡ Ρώμη είχε πλέον εισέλθει και απορροφήσει ολόκληρο το αρχικό βασίλειο του Ἀλεξάνδρου.»
“By the ‘upright ones’ of the text are doubtless meant the Jews, who gave him the assistance already mentioned. With out this, he must have failed; with it, he completely subdued Egypt to his power, BC 47.
Με τους «ευθείς» του κειμένου αναμφιβόλως εννοούνται οι Ιουδαίοι, οι οποίοι του παρείχαν τη βοήθεια που ήδη αναφέρθηκε. Χωρίς αυτήν, θα έπρεπε να έχει αποτύχει· με αυτήν, υπέταξε πλήρως την Αίγυπτο στην εξουσία του, το 47 π.Χ.
“‘The daughter of women, corrupting her.’ The passion which Caesar had conceived for Cleopatra, by whom he had one son is assigned by the historian as the sole reason of his undertaking so dangerous a campaign as the Egyptian war. This kept him much longer in Egypt than his affairs required, he spending whole nights in feasting and carousing with the dissolute queen. ‘But,’ said the prophet, ‘she shall not stand on his side, neither be for him.’ Cleopatra afterward joined herself to Antony, the enemy of Augustus Caesar, and exerted her whole power against Rome.
«“Η θυγάτηρ των γυναικών, διαφθείρουσα αυτήν.” Το πάθος το οποίο είχε συλλάβει ο Καίσαρ για την Κλεοπάτρα, από την οποία απέκτησε έναν υιό, αποδίδεται από τον ιστορικό ως ο μόνος λόγος για τον οποίο ανέλαβε μια τόσο επικίνδυνη εκστρατεία όσο ο Αιγυπτιακός πόλεμος. Αυτό τον κράτησε στην Αίγυπτο πολύ περισσότερο απ’ όσο απαιτούσαν οι υποθέσεις του, ενώ αυτός περνούσε ολόκληρες νύκτες σε συμπόσια και κραιπάλες με την έκλυτη βασίλισσα. “Αλλά,” είπε ο προφήτης, “δεν θέλει σταθή επί το μέρος αυτού, ουδέ θέλει είσθαι υπέρ αυτού.” Η Κλεοπάτρα έπειτα ενώθηκε με τον Αντώνιο, τον εχθρό του Αυγούστου Καίσαρος, και άσκησε όλη της τη δύναμη εναντίον της Ρώμης.»
“‘VERSE 18. After this shall he turn his face unto the isles, and shall take many: but a prince for his own behalf shall cause the reproach offered by him to cease; without his own reproach he shall cause it to turn upon him.’
«ΣΤΙΧΟΣ 18. Μετὰ ταῦτα θέλει στρέψει τὸ πρόσωπον αὐτοῦ πρὸς τὰς νήσους, καὶ θέλει κυριεύσει πολλῶν· ἀλλ’ ἄρχων ὑπὲρ ἑαυτοῦ θέλει παύσει τὸν ὀνειδισμὸν τὸν ὑπ’ αὐτοῦ προσφερθέντα· χωρὶς τὸν ἴδιον αὐτοῦ ὀνειδισμὸν θέλει κάμει αὐτὸν νὰ ἐπιστρέψει ἐπ’ αὐτόν.»
“War with Pharnaces, king of Cimmerian Bosphorus, at length drew him away from Egypt. ‘On his arrival where the enemy was,’ says Prideaux, ‘he, without giving any respite either to himself or them, immediately fell on, and gained an absolute victory over them; an account whereof he wrote to a friend of his in these three words: Veni, vidi, vici; I came, I saw, I conquered.’ The latter part of this verse is involved in some obscurity, and there is difference of opinion in regard to its application. Some apply it further back in Caesar’s life, and think they find a fulfilment in his quarrel with Pompey. But preceding and subsequent events clearly defined in the prophecy, compel us to look for the fulfilment of this part of the prediction between the victory over Pharnaces, and Caesar’s death at Rome, as brought to view in the following verse. A more full history of this period might bring to light events which would render the application of this passage unembarrassed.
«Ο πόλεμος με τον Φαρνάκη, βασιλέα του Κιμμερίου Βοσπόρου, τον απέσπασε επιτέλους από την Αίγυπτο. “Κατά την άφιξή του εκεί όπου βρισκόταν ο εχθρός,” λέγει ο Prideaux, “χωρίς να δώσει καμία ανάπαυση ούτε στον εαυτό του ούτε σ’ εκείνους, επιτέθηκε αμέσως εναντίον τους και κατήγαγε πλήρη νίκη επ’ αυτών· περί της οποίας έγραψε σε έναν φίλο του με αυτά τα τρία λόγια: Veni, vidi, vici· Ήλθα, είδα, ενίκησα.” Το τελευταίο μέρος αυτού του εδαφίου περιβάλλεται από κάποια ασάφεια, και υπάρχει διαφορά γνώμης ως προς την εφαρμογή του. Μερικοί το εφαρμόζουν σε προγενέστερη περίοδο της ζωής του Καίσαρος και νομίζουν ότι βρίσκουν εκπλήρωση στη διαμάχη του με τον Πομπήιο. Αλλά τα προηγούμενα και τα επόμενα γεγονότα, τα οποία καθορίζονται σαφώς στην προφητεία, μας υποχρεώνουν να αναζητήσουμε την εκπλήρωση αυτού του μέρους της προρρήσεως μεταξύ της νίκης επί του Φαρνάκη και του θανάτου του Καίσαρος στη Ρώμη, όπως παρουσιάζεται στο επόμενο εδάφιο. Μια πληρέστερη ιστορία αυτής της περιόδου θα μπορούσε να φέρει στο φως γεγονότα που θα καθιστούσαν ανεμπόδιστη την εφαρμογή αυτού του χωρίου.»
“‘VERSE 19. Then he shall turn his face toward the fort of his own land: but he shall stumble and fall, and not be found.’
«ΣΤΙΧΟΣ 19. Τότε θα στρέψει το πρόσωπό του προς το οχύρωμα της ίδιας του της γης· αλλά θα προσκόψει και θα πέσει, και δεν θα ευρεθεί.»
“After this conquest, Caesar defeated the last remaining fragments of Pompey’s party, Cato and Scipio in Africa and Labienus and Varus in Spain. Returning to Rome, the ‘fort of his own land,’ he was made perpetual dictator; and such other powers and honors were granted him as rendered him in fact absolute sovereign of the whole empire. But the prophet had said that he should stumble and fall. The language implies that his overthrow would be sudden and unexpected, like a person accidentally stumbling in his walk. And so this man, who fought and won five hundred battles, taken one thousand cities, and slain one million one hundred and ninety-two thousand men, fell, not in the din of battle and the hour of strife, but when he thought his pathway was smooth and strewn with flowers, and when danger was supposed to be far away; for, taking his seat in the senate chamber upon his throne of gold, to receive at the hands of that body the title of king, the dagger of treachery suddenly struck him to the heart. Cassius, Brutus, and other conspirators rushed upon him, and he fell, pierced with twenty-three wounds. Thus he suddenly stumbled and fell, and was not found, BC 44.” Uriah Smith, Daniel and the Revelation, 258–264.
«Μετά την κατάκτηση αυτή, ο Καίσαρας κατενίκησε τα τελευταία εναπομείναντα υπολείμματα της παρατάξεως του Πομπηίου, τον Κάτωνα και τον Σκιπίωνα στην Αφρική, και τον Λαβιηνό και τον Ουάρο στην Ισπανία. Επιστρέφοντας στη Ρώμη, το “οχύρωμα της γης του”, ανακηρύχθηκε ισόβιος δικτάτωρ· και του παραχωρήθηκαν και άλλες εξουσίες και τιμές, οι οποίες τον κατέστησαν στην πραγματικότητα απόλυτο κυρίαρχο ολόκληρης της αυτοκρατορίας. Αλλά ο προφήτης είχε πει ότι θα προσκόψει και θα πέσει. Η γλώσσα υποδηλώνει ότι η ανατροπή του θα ήταν αιφνίδια και απροσδόκητη, όπως όταν κάποιος προσκόπτει κατά λάθος ενώ βαδίζει. Και έτσι αυτός ο άνθρωπος, ο οποίος πολέμησε και νίκησε σε πεντακόσιες μάχες, κατέλαβε χίλιες πόλεις και εφόνευσε ένα εκατομμύριο εκατόν ενενήντα δύο χιλιάδες άνδρες, έπεσε, όχι μέσα στον κρότο της μάχης και στην ώρα της σύγκρουσης, αλλά όταν νόμιζε ότι η οδός του ήταν ομαλή και στρωμένη με άνθη, και όταν ο κίνδυνος θεωρείτο ότι ήταν μακριά· διότι, καθώς έλαβε τη θέση του στην αίθουσα της συγκλήτου επάνω στον χρυσό του θρόνο, για να δεχθεί από τα χέρια εκείνου του σώματος τον τίτλο του βασιλέως, το εγχειρίδιο της προδοσίας τον έπληξε ξαφνικά στην καρδιά. Ο Κάσσιος, ο Βρούτος και άλλοι συνωμότες όρμησαν επάνω του, και εκείνος έπεσε, διαπερασμένος από είκοσι τρία τραύματα. Έτσι προσέκοψε και έπεσε αιφνιδίως, και δεν ευρέθη, το 44 π.Χ.» Uriah Smith, Daniel and the Revelation, 258–264.
The historical fulfillment of pagan Rome (the king of the north), being established upon the throne is a history that prefigures the history of modern Rome’s enthronement at the threefold union which takes place at the soon coming Sunday law. The history is also typified in verses thirty through thirty-six, which identified when the papacy was first placed upon the throne in 538. Verses sixteen through nineteen, and verses thirty-one through thirty-six both represent the final rise and fall of the whore of Tyre. That history was also represented in verses five through nine, when the first king of the north was established after conquering three geographical areas. Thereafter he entered into a treaty with the king of the south, but broke the treaty, and in response the king of the south delivered a deadly wound, and the king of the north died in the captivity of Egypt.
Η ιστορική εκπλήρωση της ειδωλολατρικής Ρώμης (του βασιλέως του βορρά), η οποία εγκαθίσταται επί του θρόνου, αποτελεί ιστορία που προεικονίζει την ιστορία της ενθρονίσεως της σύγχρονης Ρώμης κατά την τριπλή ένωση που λαμβάνει χώρα με τον σύντομα επερχόμενο νόμο της Κυριακής. Η ιστορία αυτή επίσης προτυπώνεται στα εδάφια τριάντα έως τριάντα έξι, τα οποία προσδιόρισαν πότε ο παπισμός τοποθετήθηκε για πρώτη φορά επί του θρόνου το 538. Τα εδάφια δεκαέξι έως δεκαεννέα, καθώς και τα εδάφια τριάντα ένα έως τριάντα έξι, αμφότερα παριστούν την τελική άνοδο και πτώση της πόρνης της Τύρου. Η ιστορία εκείνη παριστάνεται επίσης στα εδάφια πέντε έως εννέα, όταν ο πρώτος βασιλεύς του βορρά εγκαθιδρύθηκε αφού κατέκτησε τρεις γεωγραφικές περιοχές. Έπειτα εισήλθε σε συνθήκη με τον βασιλέα του νότου, αλλά παραβίασε τη συνθήκη, και σε απάντηση ο βασιλεύς του νότου επέφερε θανατηφόρο πλήγμα, και ο βασιλεύς του βορρά απέθανε στην αιχμαλωσία της Αιγύπτου.
Verses five through nine, verses sixteen through nineteen, and verses thirty through thirty-six provide three prophetic lines that are fulfilled in verses forty through forty-five. When Sister White identified that “much of the history that has been fulfilled in this prophecy will be repeated,” it actually meant that the entire chapter illustrates verses forty through forty-five. Verses twenty through twenty-two identify the birth and the death of Christ, thus representing the time of the end in both 1798 and 1989 by His birth, and then His death on the cross represented October 22, 1844, and the Sunday law.
Τα εδάφια πέντε έως εννέα, τα εδάφια δεκαέξι έως δεκαεννέα και τα εδάφια τριάντα έως τριάντα έξι παρουσιάζουν τρεις προφητικές γραμμές, οι οποίες εκπληρώνονται στα εδάφια σαράντα έως σαράντα πέντε. Όταν η Αδελφή White προσδιόρισε ότι «μεγάλο μέρος της ιστορίας που έχει εκπληρωθεί σε αυτήν την προφητεία θα επαναληφθεί», αυτό στην πραγματικότητα σήμαινε ότι ολόκληρο το κεφάλαιο απεικονίζει τα εδάφια σαράντα έως σαράντα πέντε. Τα εδάφια είκοσι έως είκοσι δύο προσδιορίζουν τη γέννηση και τον θάνατο του Χριστού, εκπροσωπώντας έτσι τον καιρό του τέλους τόσο το 1798 όσο και το 1989 μέσω της γεννήσεώς Του, και κατόπιν ο θάνατός Του επάνω στον σταυρό εκπροσώπησε την 22α Οκτωβρίου 1844 και τον νόμο της Κυριακής.
Verse twenty-three identifies the league between the Jews and Rome, during the history of the Maccabean revolt. The “league” in that history is represented by the dates of 161 BC and 158 BC. The Maccabean history represents an internal line that finds its beginning with a “league” between Rome and the Maccabean Jews that was initiated by the Jews, and ultimately ended with the Jews pronouncing that they have no king but Caesar. Verse twenty-three of course follows verses twenty-one and twenty-two, and verse twenty-one identifies the birth of Christ, which is a prophetic time of the end, and verse twenty-two identifies the cross, which represents the Sunday law.
Το εδάφιο είκοσι τρία προσδιορίζει τη συμμαχία μεταξύ των Ιουδαίων και της Ρώμης, κατά τη διάρκεια της ιστορίας της Μακκαβαϊκής εξέγερσης. Η «συμμαχία» σε εκείνη την ιστορία αντιπροσωπεύεται από τις χρονολογίες 161 π.Χ. και 158 π.Χ. Η Μακκαβαϊκή ιστορία αντιπροσωπεύει μια εσωτερική γραμμή, η οποία βρίσκει την αρχή της σε μια «συμμαχία» μεταξύ της Ρώμης και των Μακκαβαίων Ιουδαίων, η οποία εγκαινιάστηκε από τους Ιουδαίους, και τελικώς κατέληξε με τους Ιουδαίους να διακηρύσσουν ότι δεν έχουν βασιλέα παρά μόνον τον Καίσαρα. Το εδάφιο είκοσι τρία, βεβαίως, ακολουθεί τα εδάφια είκοσι ένα και είκοσι δύο, και το εδάφιο είκοσι ένα προσδιορίζει τη γέννηση του Χριστού, η οποία αποτελεί προφητικό καιρό του τέλους, και το εδάφιο είκοσι δύο προσδιορίζει τον σταυρό, ο οποίος αντιπροσωπεύει τον νόμο της Κυριακής.
At the cross the Jews identified Caesar (Rome) as their king, and the “league” of verse twenty-three references the beginning of the Jews’ choice to serve Rome, right at the ending point of the Jews proclaiming their allegiance to Rome. The ending of the Jews, as represented at the cross, is followed by the beginning of the Jews’ association with Rome.
Στον σταυρό οι Ιουδαίοι αναγνώρισαν τον Καίσαρα (τη Ρώμη) ως βασιλέα τους, και η «συμμαχία» του εικοστού τρίτου εδαφίου αναφέρεται στην αρχή της επιλογής των Ιουδαίων να υπηρετήσουν τη Ρώμη, ακριβώς στο τελικό σημείο κατά το οποίο οι Ιουδαίοι διακήρυξαν την αφοσίωσή τους στη Ρώμη. Το τέλος των Ιουδαίων, όπως αντιπροσωπεύεται στον σταυρό, ακολουθείται από την αρχή της σύνδεσης των Ιουδαίων με τη Ρώμη.
Verses twenty-four through thirty describe the three hundred and sixty years that pagan Rome ruled supremely from the Battle of Actium in 31 BC, unto the transfer of the capital from Rome to Constantinople in the year 330. The period of three hundred and sixty years typifies the twelve hundred and sixty years papal Rome ruled supremely, and together they represent the period from verse forty-one, and the threefold union that occurs at the soon coming Sunday law, unto the close of probation.
Τα εδάφια είκοσι τέσσερα έως τριάντα περιγράφουν τα τριακόσια εξήντα έτη κατά τα οποία η ειδωλολατρική Ρώμη άσκησε υπέρτατη κυριαρχία, από τη Μάχη του Ακτίου το 31 π.Χ. έως τη μεταφορά της πρωτεύουσας από τη Ρώμη στην Κωνσταντινούπολη το έτος 330. Η περίοδος των τριακοσίων εξήντα ετών αποτελεί τύπο των χιλίων διακοσίων εξήντα ετών κατά τα οποία η παπική Ρώμη άσκησε υπέρτατη κυριαρχία, και μαζί αντιπροσωπεύουν την περίοδο από το εδάφιο σαράντα ένα, και την τριπλή ένωση που λαμβάνει χώρα με τον επικείμενο νόμο της Κυριακής, έως το κλείσιμο της δοκιμασίας.
All the prophetic lines of history in chapter eleven, align with the last six verses of Daniel eleven, but it is the prophetic history from the time of the end in 1989, represented in verse forty through to the Sunday law in verse forty-one, that is “that portion of the prophecy of Daniel relating to the last days.” The history that is left blank in verse forty, is the Revelation of Jesus Christ that is unsealed when the time is at hand, just before probation closes.
Όλες οι προφητικές γραμμές της ιστορίας στο ενδέκατο κεφάλαιο ευθυγραμμίζονται με τα τελευταία έξι εδάφια του Δανιήλ ένδεκα, αλλά η προφητική ιστορία από τον καιρό του τέλους το 1989, που παριστάνεται στο εδάφιο σαράντα έως τον νόμο της Κυριακής στο εδάφιο σαράντα ένα, είναι «εκείνο το μέρος της προφητείας του Δανιήλ που αφορά τις έσχατες ημέρες». Η ιστορία που παραμένει κενή στο εδάφιο σαράντα είναι η Αποκάλυψη του Ιησού Χριστού, η οποία αποσφραγίζεται όταν ο καιρός είναι εγγύς, λίγο πριν κλείσει η δοκιμασία.
We will continue this study in the next article.
Θα συνεχίσουμε αυτή τη μελέτη στο επόμενο άρθρο.
“We have the commandments of God and the testimony of Jesus Christ, which is the spirit of prophecy. Priceless gems are to be found in the word of God. Those who search this word should keep the mind clear. Never should they indulge perverted appetite in eating or drinking.
«Έχομεν τας εντολάς του Θεού και την μαρτυρίαν του Ιησού Χριστού, ήτις είναι το πνεύμα της προφητείας. Ανεκτίμητοι πολύτιμοι λίθοι ευρίσκονται εν τω λόγω του Θεού. Εκείνοι οι οποίοι ερευνούν τον λόγον τούτον οφείλουν να διατηρούν τον νουν καθαρόν. Ποτέ δεν πρέπει να ενδίδουν εις διεστραμμένην όρεξιν διά του φαγητού ή του ποτού.
“If they do this, the brain will be confused; they will be unable to bear the strain of digging deep to find out the meaning of those things which relate to the closing scenes of this earth’s history.
«Εάν πράξουν τούτο, ο νους θα συγχυστεί· δεν θα είναι σε θέση να υπομείνουν την καταπόνηση του να εμβαθύνουν, ώστε να ανακαλύψουν το νόημα εκείνων των πραγμάτων τα οποία σχετίζονται με τις τελευταίες σκηνές της ιστορίας αυτής της γης.
“When the books of Daniel and Revelation are better understood, believers will have an entirely different religious experience. They will be given such glimpses of the open gates of heaven that heart and mind will be impressed with the character that all must develop in order to realize the blessedness which is to be the reward of the pure in heart.
«Όταν τα βιβλία του Δανιήλ και της Αποκάλυψης γίνουν καλύτερα κατανοητά, οι πιστοί θα έχουν μια εντελώς διαφορετική θρησκευτική εμπειρία. Θα τους δοθούν τέτοιες ματιές μέσα από τις ανοιχτές πύλες του ουρανού, ώστε η καρδιά και ο νους να εντυπωθούν από τον χαρακτήρα που όλοι πρέπει να αναπτύξουν, για να γευθούν τη μακαριότητα η οποία πρόκειται να αποτελέσει την ανταμοιβή των καθαρών στην καρδιά.»
“The Lord will bless all who will seek humbly and meekly to understand that which is revealed in the Revelation. This book contains so much that is large with immortality and full of glory that all who read and search it earnestly receive the blessing to those ‘that hear the words of this prophecy, and keep those things which are written therein.’
«Ο Κύριος θα ευλογήσει όλους όσοι θα επιδιώξουν, με ταπεινό και πράο φρόνημα, να κατανοήσουν εκείνο που αποκαλύπτεται στην Αποκάλυψη. Το βιβλίο αυτό περιέχει τόσο πολλά, τα οποία είναι πλήρη αθανασίας και γεμάτα δόξα, ώστε όλοι όσοι το διαβάζουν και το ερευνούν με ζήλο λαμβάνουν την ευλογία που ανήκει σε εκείνους “that hear the words of this prophecy, and keep those things which are written therein.”»
“One thing will certainly be understood from the study of Revelation—that the connection between God and His people is close and decided.
«Ἕνα πράγμα ἀσφαλῶς θὰ γίνῃ κατανοητὸ ἀπὸ τὴ μελέτη τῆς Ἀποκαλύψεως—ὅτι ἡ σχέσις μεταξὺ τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ λαοῦ Του εἶναι στενὴ καὶ ἀποφασιστική.
“A wonderful connection is seen between the universe of heaven and this world. The things revealed to Daniel were afterward complemented by the revelation made to John on the Isle of Patmos. These two books should be carefully studied. Twice Daniel inquired, How long shall it be to the end of time?
«Μια θαυμαστή σύνδεση διακρίνεται μεταξύ του ουράνιου σύμπαντος και αυτού του κόσμου. Όσα αποκαλύφθηκαν στον Δανιήλ συμπληρώθηκαν κατόπιν με την αποκάλυψη που δόθηκε στον Ιωάννη στη νήσο Πάτμο. Αυτά τα δύο βιβλία πρέπει να μελετώνται προσεκτικά. Δύο φορές ο Δανιήλ ρώτησε: Έως πότε θα είναι μέχρι του τέλους του χρόνου;»
“‘And I heard, but I understood not: then said I, O my Lord, what shall be the end of these things? And He said, Go thy way, Daniel: for the words are closed up and sealed till the time of the end. Many shall be purified, and made white, and tried; but the wicked shall do wickedly: and none of the wicked shall understand; but the wise shall understand. And from the time that the daily sacrifice shall be taken away, and the abomination that maketh desolate set up, there shall be a thousand two hundred and ninety days. Blessed is he that waiteth, and cometh to the thousand three hundred and five and thirty days. But go thou thy way till the end be: for thou shalt rest, and stand in thy lot at the end of the days.’
«Καὶ ἤκουσα, ἀλλ’ οὐκ ἐνόησα· τότε εἶπα, Κύριέ μου, τί θέλει εἶναι τὸ τέλος τούτων; Καὶ εἶπεν, Ὕπαγε, Δανιήλ· διότι οἱ λόγοι εἶναι κεκλεισμένοι καὶ ἐσφραγισμένοι ἕως τοῦ καιροῦ τοῦ τέλους. Πολλοὶ θέλουσι καθαρισθῆ καὶ λευκανθῆ καὶ δοκιμασθῆ· οἱ δὲ ἀσεβεῖς θέλουσι πράξει ἀσεβῶς· καὶ οὐδεὶς τῶν ἀσεβῶν θέλει ἐννοήσει, ἀλλ’ οἱ σοφοὶ θέλουσι ἐννοήσει. Καὶ ἀφ’ οὗ καιροῦ ἀφαιρεθῇ ἡ παντοτεινὴ θυσία καὶ στηθῇ τὸ βδέλυγμα τῆς ἐρημώσεως, θέλουσιν εἶσθαι χίλιαι διακόσιαι ἐνενήκοντα ἡμέραι. Μακάριος ὁ ὑπομένων καὶ φθάνων εἰς τὰς χιλίας τριακοσίας τριάκοντα πέντε ἡμέρας. Σὺ δὲ ὕπαγε ἕως συντελείας· διότι θέλεις ἀναπαυθῆ καὶ σταθῆ ἐν τῷ κλήρῳ σου ἐν τῷ τέλει τῶν ἡμερῶν.»
“It was the Lion of the tribe of Judah who unsealed the book and gave to John the revelation of what should be in these last days.
«Ήταν ο Λέων της φυλής του Ιούδα που άνοιξε τις σφραγίδες του βιβλίου και έδωσε στον Ιωάννη την αποκάλυψη των όσων έπρεπε να συμβούν κατά τις έσχατες αυτές ημέρες.
“Daniel stood in his lot to bear his testimony which was sealed until the time of the end, when the first angel’s message should be proclaimed to our world. These matters are of infinite importance in these last days; but while ‘many shall be purified, and made white, and tried,’ ‘the wicked shall do wickedly: and none of the wicked shall understand.’ How true this is! Sin is the transgression of the law of God; and those who will not accept the light in regard to the law of God will not understand the proclamation of the first, second, and third angel’s messages. The book of Daniel is unsealed in the revelation to John, and carries us forward to the last scenes of this earth’s history.
«Ο Δανιήλ στάθηκε στον κλήρο του για να φέρει τη μαρτυρία του, η οποία ήταν σφραγισμένη έως τον καιρό του τέλους, όταν το μήνυμα του πρώτου αγγέλου επρόκειτο να κηρυχθεί στον κόσμο μας. Τα ζητήματα αυτά είναι απείρου σπουδαιότητος κατά τις έσχατες αυτές ημέρες· αλλά ενώ “πολλοὶ θέλουσι καθαρισθῆ, καὶ λευκανθῆ, καὶ δοκιμασθῆ,” “οἱ ἀσεβεῖς θέλουσιν ἀσεβῆσαι· καὶ οὐδεὶς τῶν ἀσεβῶν θέλει ἐννοήσει.” Πόσο αληθές είναι αυτό! Η αμαρτία είναι η παράβαση του νόμου του Θεού· και όσοι δεν θα δεχθούν το φως σχετικά με τον νόμο του Θεού δεν θα κατανοήσουν τη διακήρυξη των μηνυμάτων του πρώτου, του δευτέρου και του τρίτου αγγέλου. Το βιβλίο του Δανιήλ αποσφραγίζεται στην Αποκάλυψη προς τον Ιωάννη και μας οδηγεί προς τα εμπρός, στις τελευταίες σκηνές της ιστορίας της γης αυτής.»
“Will our brethren bear in mind that we are living amid the perils of the last days? Read Revelation in connection with Daniel. Teach these things.” Testimonies to Ministers, 114, 115.
«Θα έχουν οι αδελφοί μας κατά νου ότι ζούμε εν μέσω των κινδύνων των εσχάτων ημερών; Μελετήστε την Αποκάλυψη σε συνάρτηση με τον Δανιήλ. Διδάξτε αυτά τα πράγματα.» Testimonies to Ministers, 114, 115.