Gabriel came to Daniel after he had come to understand the seventy years of captivity of the prophecy of Jeremiah, and the oath and curse of Moses.
Ο Γαβριήλ ήλθε προς τον Δανιήλ αφού εκείνος είχε κατανοήσει τα εβδομήντα έτη της αιχμαλωσίας, κατά την προφητεία του Ιερεμία, καθώς και τον όρκο και την κατάρα του Μωυσή.
In the first year of his reign I Daniel understood by books the number of the years, whereof the word of the Lord came to Jeremiah the prophet, that he would accomplish seventy years in the desolations of Jerusalem. . . . Yea, all Israel have transgressed thy law, even by departing, that they might not obey thy voice; therefore the curse is poured upon us, and the oath that is written in the law of Moses the servant of God, because we have sinned against him. And he hath confirmed his words, which he spake against us, and against our judges that judged us, by bringing upon us a great evil: for under the whole heaven hath not been done as hath been done upon Jerusalem. As it is written in the law of Moses, all this evil is come upon us: yet made we not our prayer before the Lord our God, that we might turn from our iniquities, and understand thy truth. Therefore hath the Lord watched upon the evil, and brought it upon us: for the Lord our God is righteous in all his works which he doeth: for we obeyed not his voice. Daniel 9:2, 11–14.
Κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος τῆς βασιλείας αὐτοῦ, ἐγὼ, ὁ Δανιήλ, ἐνόησα ἐκ τῶν βιβλίων τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐτῶν, περὶ ὧν ἐγένετο ὁ λόγος τοῦ Κυρίου πρὸς Ἰερεμίαν τὸν προφήτην, ὅτι ἔμελλε νὰ συμπληρώσῃ ἑβδομήκοντα ἔτη ἐπὶ τῶν ἐρημώσεων τῆς Ἱερουσαλήμ.... Ναί, πᾶς ὁ Ἰσραὴλ παρενόμησε τὸν νόμον σου, ἀποστραφεὶς ὥστε νὰ μὴν ὑπακούῃ εἰς τὴν φωνήν σου· διὰ τοῦτο ἐξεχύθη ἐφ’ ἡμᾶς ἡ κατάρα καὶ ὁ ὅρκος ὁ γεγραμμένος ἐν τῷ νόμῳ Μωυσέως, τοῦ δούλου τοῦ Θεοῦ, διότι ἡμαρτήσαμεν εἰς αὐτόν. Καὶ ἐβεβαίωσεν τοὺς λόγους αὐτοῦ, τοὺς ὁποίους ἐλάλησε καθ’ ἡμῶν καὶ κατὰ τῶν κριτῶν ἡμῶν, οἵτινες μᾶς ἔκριναν, ἐπιφέροντας ἐφ’ ἡμᾶς μέγα κακόν· διότι ὑπὸ ὅλον τὸν οὐρανὸν δὲν ἔγινε τοιοῦτον ὅπως ἐγένετο ἐπὶ τὴν Ἱερουσαλήμ. Καθὼς εἶναι γεγραμμένον ἐν τῷ νόμῳ Μωυσέως, ὅλον τοῦτο τὸ κακὸν ἦλθεν ἐφ’ ἡμᾶς· ὅμως δὲν ἐδεηθήκαμεν ἐνώπιον Κυρίου τοῦ Θεοῦ ἡμῶν, ἵνα ἀποστραφῶμεν ἀπὸ τὰς ἀνομίας ἡμῶν καὶ ἐννοήσωμεν τὴν ἀλήθειάν σου. Διὰ τοῦτο ὁ Κύριος ἠγρύπνησεν ἐπὶ τὸ κακόν καὶ ἔφερεν αὐτὸ ἐφ’ ἡμᾶς· διότι δίκαιος εἶναι Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν εἰς πάντα τὰ ἔργα αὐτοῦ τὰ ὁποῖα πράττει· ἐπειδὴ δὲν ὑπηκούσαμεν εἰς τὴν φωνήν αὐτοῦ. Δανιήλ 9:2, 11–14.
The word that Daniel used that is translated as “the oath,” is the same word Moses used that is translated as “seven times,” in Leviticus twenty-six. Sister White informs us that in chapter nine, Daniel was seeking to understand the relationship of Jeremiah’s period of seventy years and the period of twenty-three hundred years. Gabriel had been commanded in chapter eight to make Daniel understand the vision of the twenty-three hundred days, and Gabriel is finishing his work when he returns in chapter nine, and informs Daniel to mentally separate the two visions that have been the theme of chapters, seven, eight and also nine. Those two visions are the theme of the “increase of knowledge” that was unsealed in 1798.
Η λέξη που χρησιμοποίησε ο Δανιήλ και μεταφράζεται ως «ο όρκος» είναι η ίδια λέξη που χρησιμοποίησε ο Μωυσής και μεταφράζεται ως «επτά φορές» στο Λευιτικόν είκοσι έξι. Η Αδελφή Ουάιτ μάς πληροφορεί ότι στο ένατο κεφάλαιο ο Δανιήλ επιζητούσε να κατανοήσει τη σχέση μεταξύ της περιόδου των εβδομήντα ετών του Ιερεμία και της περιόδου των δύο χιλιάδων τριακοσίων ετών. Στο όγδοο κεφάλαιο είχε δοθεί εντολή στον Γαβριήλ να κάμει τον Δανιήλ να κατανοήσει το όραμα των δύο χιλιάδων τριακοσίων ημερών, και ο Γαβριήλ ολοκληρώνει το έργο του όταν επιστρέφει στο ένατο κεφάλαιο και πληροφορεί τον Δανιήλ να διαχωρίσει νοητικά τα δύο οράματα που υπήρξαν το θέμα των κεφαλαίων επτά, οκτώ και επίσης εννέα. Αυτά τα δύο οράματα αποτελούν το θέμα της «αυξήσεως της γνώσεως» που αποσφραγίσθηκε το 1798.
Jeremiah’s seventy years and the “curse” of Moses are both symbols of the “seven times,” as represented by Moses’ “oath,” but Gabriel is going to present the breakdown of the period of twenty-three hundred years. It can only be rightly divided when the relation of the vision (“chazon”) of the trampling down, and the vision (“mareh”) of the appearance are rightly divided. Gabriel began by identifying that a probationary period of four hundred and ninety years was given for the Jews. That period was the same as the four hundred and ninety year period of rebellion which had produced the seventy years of captivity.
Τα εβδομήντα έτη του Ιερεμία και η «κατάρα» του Μωυσή είναι αμφότερα σύμβολα των «επτά καιρών», όπως αυτά παριστώνται με τον «όρκο» του Μωυσή· όμως ο Γαβριήλ πρόκειται να παρουσιάσει την ανάλυση της περιόδου των δύο χιλιάδων τριακοσίων ετών. Αυτή δύναται να διαιρεθεί ορθώς μόνον όταν η σχέση του οράματος («chazon») του καταπατήματος και του οράματος («mareh») της εμφανίσεως διαιρεθεί ορθώς. Ο Γαβριήλ άρχισε προσδιορίζοντας ότι μία δοκιμαστική περίοδος τετρακοσίων ενενήντα ετών εδόθη στους Ιουδαίους. Η περίοδος εκείνη ήταν η ίδια με την περίοδο των τετρακοσίων ενενήντα ετών αποστασίας, η οποία είχε επιφέρει τα εβδομήντα έτη της αιχμαλωσίας.
The word “determined” in verse twenty-four addresses the period from the going forth of the third decree in 457 BC, until the stoning of Stephen in 34 AD, but the word “determined” in verses twenty-six and twenty-seven is identifying the desolating powers of paganism and papalism.
Η λέξη «καθορισμένες» στο εδάφιο είκοσι τέσσερα αναφέρεται στην περίοδο από την έκδοση του τρίτου διατάγματος το 457 π.Χ. έως τον λιθοβολισμό του Στεφάνου το 34 μ.Χ., αλλά η λέξη «καθορισμένες» στα εδάφια είκοσι έξι και είκοσι επτά προσδιορίζει τις ερημωτικές δυνάμεις του παγανισμού και του παπισμού.
And after threescore and two weeks shall Messiah be cut off, but not for himself: and the people of the prince that shall come shall destroy the city and the sanctuary; and the end thereof shall be with a flood, and unto the end of the war desolations are determined. And he shall confirm the covenant with many for one week: and in the midst of the week he shall cause the sacrifice and the oblation to cease, and for the overspreading of abominations he shall make it desolate, even until the consummation, and that determined shall be poured upon the desolate. Daniel 9:26, 27.
Και μετά τας εξήκοντα δύο εβδομάδας θέλει εκκοπή ο Μεσσίας, αλλ’ ουχί δι’ εαυτόν· και ο λαός του άρχοντος όστις θέλει ελθεί θέλει καταστρέψει την πόλιν και το αγιαστήριον· και το τέλος αυτής θέλει είσθαι με κατακλυσμόν, και έως του τέλους του πολέμου είναι αποφασισμέναι ερημώσεις. Και θέλει στερεώσει την διαθήκην με πολλούς διά μίαν εβδομάδα· και εν τω ημίσει της εβδομάδος θέλει παύσει η θυσία και η προσφορά, και διά την εξάπλωσιν των βδελυγμάτων θέλει καταστήσει αυτήν έρημον, έως της συντελείας, και το αποφασισμένον θέλει εκχυθή επί την ηρημωμένην. Δανιήλ 9:26, 27.
Gabriel informs Daniel that “after” the “Messiah” was “cut off” the “people of the prince that shall come shall destroy the city and the sanctuary.” Pagan Rome destroyed the “city and sanctuary” in the siege that lasted exactly three and a half years from the year 66 to 70 AD. Gabriel identifies that “the end of the war” would be “with a flood,” and that the war would consist of “desolations.” The war that was accomplished against Jerusalem and the sanctuary was the trampling down that was accomplished by paganism and papalism. The pagan power that would destroy Jerusalem in the beginning was Babylon, but the pagan power that would destroy it after the Messiah was crucified was pagan Rome. But the war against the sanctuary and host was accomplished by two desolating powers, and the second of the two desolating powers in the Scriptures is the papacy.
Ο Γαβριήλ πληροφορεί τον Δανιήλ ότι «μετά» την αποκοπή του «Μεσσία», «ο λαός του ηγεμόνος του μέλλοντος ελεύσεσθαι θέλει αφανίσει την πόλιν και το αγιαστήριον». Η ειδωλολατρική Ρώμη κατέστρεψε την «πόλιν και το αγιαστήριον» κατά την πολιορκία που διήρκεσε ακριβώς τριάμισι έτη, από το 66 έως το 70 μ.Χ. Ο Γαβριήλ προσδιορίζει ότι «το τέλος του πολέμου» θα ήταν «με κατακλυσμόν» και ότι ο πόλεμος θα συνίστατο σε «ερημώσεις». Ο πόλεμος που εκτελέσθηκε εναντίον της Ιερουσαλήμ και του αγιαστηρίου ήταν το καταπάτημα που πραγματοποιήθηκε από την ειδωλολατρία και τον παπισμό. Η ειδωλολατρική δύναμη που θα κατέστρεφε την Ιερουσαλήμ στην αρχή ήταν η Βαβυλώνα, αλλά η ειδωλολατρική δύναμη που θα την κατέστρεφε μετά τη σταύρωση του Μεσσία ήταν η ειδωλολατρική Ρώμη. Αλλά ο πόλεμος εναντίον του αγιαστηρίου και του στρατεύματος εκτελέσθηκε από δύο ερημωτικές δυνάμεις, και η δεύτερη από τις δύο ερημωτικές δυνάμεις στις Γραφές είναι ο παπισμός.
The papacy is the power represented as the “overflowing scourge,” it is the power in verse forty of Daniel eleven, that “overflows and passes over.” The trampling down of Jerusalem that began with Babylon, and continued with the iron nation that spoke dark sentences as represented by Moses in Deuteronomy, was followed by the papacy. Until the end of the trampling down “desolations” were “determined.” In verse twenty-seven, Christ confirms the covenant with many for one week. In the middle of that week, the earthly sacrificial system would cease as Christ began his high priestly ministry in the sanctuary in heaven. Because of the Jews’ disobedience during the probationary time that had been cut off for them, the sanctuary and city were again to be made desolate.
Ο παπισμός είναι η δύναμη που παριστάνεται ως η «καταιγίζουσα μάστιξ»· είναι η δύναμη του τεσσαρακοστού εδαφίου του Δανιήλ ένδεκα, η οποία «υπερχειλίζει και διαβαίνει». Η καταπάτηση της Ιερουσαλήμ, η οποία άρχισε με τη Βαβυλώνα και συνεχίσθηκε με το σιδηρό έθνος που ελάλησε σκοτεινούς λόγους, όπως παριστάνεται από τον Μωυσή στο Δευτερονόμιο, ακολουθήθηκε από τον παπισμό. Μέχρι το τέλος της καταπατήσεως, «ερημώσεις» είχαν «αποφασισθή». Στο εδάφιο είκοσι επτά, ο Χριστός επικυρώνει τη διαθήκη με πολλούς για μία εβδομάδα. Στο μέσον εκείνης της εβδομάδος, το επίγειο θυσιαστικό σύστημα θα έπαυε, καθώς ο Χριστός άρχιζε την αρχιερατική διακονία του στο αγιαστήριο του ουρανού. Εξαιτίας της απειθείας των Ιουδαίων κατά τον δοκιμαστικό καιρό που είχε αποκοπή γι’ αυτούς, το αγιαστήριο και η πόλη επρόκειτο και πάλι να καταστούν έρημα.
The verse says “for the overspreading of abominations he shall make it desolate, even until the consummation, and that determined shall be poured upon the desolate.” When the Jews finally filled their cup of probationary time to the brim, the city and sanctuary were to be desolate until the end of the war. At the “consummation” of the trampling down in 1798, it had been “determined” that the papacy would receive a deadly wound. Then the city and the sanctuary were to be restored and rebuilt, as typified when the Jews came out of literal Babylon under the three decrees.
Το εδάφιο λέγει: «και διά την εξάπλωσιν των βδελυγμάτων θέλει ερημώσει, έως της συντελείας, και το προσδιορισμένον θέλει εκχυθεί επί τον ερημωθέντα». Όταν οι Ιουδαίοι τελικώς εγέμισαν έως το χείλος το ποτήριον του καιρού της δοκιμασίας των, η πόλις και το αγιαστήριον έμελλαν να παραμείνουν έρημα έως το τέλος του πολέμου. Κατά τη «συντέλεια» του καταπατήματος το 1798, είχε «προσδιορισθή» ότι ο παπισμός θα ελάμβανε θανάσιμον πλήγμα. Τότε η πόλις και το αγιαστήριον έμελλαν να αποκατασταθούν και να ανοικοδομηθούν, όπως προετυπώθη όταν οι Ιουδαίοι εξήλθαν από τη γραμματική Βαβυλώνα υπό τα τρία διατάγματα.
Until the consummation of that war Jerusalem was to be trampled down by the papal power. The prophetic periods that make up the distinct periods within the twenty-three hundred years can only be understood correctly when the relation of the vision of trampling down of the seventy years is understood in connection with the vision of the restoration of the sanctuary and host. To reject the vision of the scattering of Moses curse is to reject the vision of the gathering. The vision of the seventy years is the vision of the scattering. The vision of the twenty-three hundred years is the vision of the gathering. The vision of the seventy years is the “chazon” vision of the scattering, and the vision of the twenty-three hundred years is the “mareh” vision of the gathering.
Έως τη συντέλεια εκείνου του πολέμου, η Ιερουσαλήμ επρόκειτο να καταπατείται από την παπική εξουσία. Οι προφητικές περίοδοι που συνιστούν τις διακριτές περιόδους μέσα στα δύο χιλιάδες τριακόσια έτη μπορούν να κατανοηθούν ορθά μόνον όταν η σχέση του οράματος της καταπατήσεως των εβδομήντα ετών κατανοηθεί σε σύνδεση με το όραμα της αποκαταστάσεως του αγιαστηρίου και του στρατεύματος. Το να απορρίπτει κανείς το όραμα της διασποράς της κατάρας του Μωυσή σημαίνει να απορρίπτει το όραμα της συνάξεως. Το όραμα των εβδομήντα ετών είναι το όραμα της διασποράς. Το όραμα των δύο χιλιάδων τριακοσίων ετών είναι το όραμα της συνάξεως. Το όραμα των εβδομήντα ετών είναι το όραμα «chazon» της διασποράς, και το όραμα των δύο χιλιάδων τριακοσίων ετών είναι το όραμα «mareh» της συνάξεως.
What therefore God hath joined together, let not man put asunder. Mark 10:9.
Ὃ λοιπόν ὁ Θεὸς συνέζευξεν, ἄνθρωπος μὴ χωριζέτω. Μάρκος 10:9.
The two visions have been prophetically joined together, and to reject one is to reject them both. This fact identifies that in spite of Adventism claiming that they uphold the twenty-three hundred year prophecy, they have rejected the central pillar of Adventism, as certainly as they rejected the “seven times” in 1863. Did not the Jews profess to keep the law of God? Did not ancient Israel profess to be looking for the Messiah? Profession is meaningless if it does not uphold the Word of God.
Τα δύο οράματα έχουν προφητικώς συνδεθεί μεταξύ τους, και το να απορρίψει κανείς το ένα σημαίνει να απορρίπτει αμφότερα. Το γεγονός αυτό καταδεικνύει ότι, παρά το ότι ο Αντβεντισμός ισχυρίζεται πως υποστηρίζει την προφητεία των δύο χιλιάδων τριακοσίων ετών, έχει απορρίψει τον κεντρικό στύλο του Αντβεντισμού, με την ίδια βεβαιότητα με την οποία απέρριψε τους «επτά καιρούς» το 1863. Δεν ομολογούσαν οι Ιουδαίοι ότι τηρούσαν τον νόμο του Θεού; Δεν ομολογούσε ο αρχαίος Ισραήλ ότι ανέμενε τον Μεσσία; Η ομολογία είναι χωρίς σημασία, εάν δεν υποστηρίζει τον Λόγο του Θεού.
The Millerites eventually identified October 22, 1844, as the termination of the period of twenty-three hundred days, but their understanding was limited. It was not until after the great disappointment that light came concerning the heavenly sanctuary and Christ’s appearance in the Most Holy Place on that date. Not until after that date, did they see the third angel’s message and the law of God.
Οι Μιλλεριταί εντέλει προσδιόρισαν την 22α Οκτωβρίου 1844 ως τη λήξη της περιόδου των δύο χιλιάδων τριακοσίων ημερών, αλλά η κατανόησή τους ήταν περιορισμένη. Μόνον μετά τη μεγάλη απογοήτευση ήλθε φως σχετικά με το επουράνιο αγιαστήριο και την εμφάνιση του Χριστού στα Άγια των Αγίων κατά την ημερομηνία εκείνη. Μόνον μετά την ημερομηνία εκείνη είδαν το μήνυμα του τρίτου αγγέλου και τον νόμο του Θεού.
The Lord intended to increase the prophetic light associated with the twenty-three hundred years, and in 1856, he opened the door to further light, and over the next seven years Adventism closed that door. It was not until after September 11, 2001, that the Lord led students of prophecy back to Hiram Edson’s articles, and the light of the “seven times,” once again began to increase.
Ο Κύριος είχε σκοπό να αυξήσει το προφητικό φως που συνδέεται με τα δύο χιλιάδες τριακόσια έτη, και το 1856 άνοιξε τη θύρα για περαιτέρω φως, και κατά τα επόμενα επτά έτη ο Αντβεντισμός έκλεισε εκείνη τη θύρα. Μόνον έπειτα από την 11η Σεπτεμβρίου 2001 ο Κύριος οδήγησε τους σπουδαστές της προφητείας πίσω στα άρθρα του Hiram Edson, και το φως των «επτά καιρών» άρχισε και πάλι να αυξάνει.
Refusing to see the relation between the twenty-three hundred year prophecy and the prophecy of twenty-five hundred and twenty years, Adventism came to understand October 22, 1844 in a stunted and incomplete fashion.
Αρνούμενος να δει τη σχέση μεταξύ της προφητείας των δύο χιλιάδων τριακοσίων ετών και της προφητείας των δύο χιλιάδων πεντακοσίων είκοσι ετών, ο Αντβεντισμός κατέληξε να κατανοήσει την 22α Οκτωβρίου 1844 κατά τρόπο περιορισμένο και ατελή.
Once S. S. Snow locked-in the date for the crucifixion, the date of October 22, 1844, was ascertained.
Ἀφότου ὁ S. S. Snow καθόρισε ὁριστικῶς τὴν ἡμερομηνία τῆς σταυρώσεως, ἐξακριβώθη ἡ 22α Ὀκτωβρίου 1844.
Know therefore and understand, that from the going forth of the commandment to restore and to build Jerusalem unto the Messiah the Prince shall be seven weeks, and threescore and two weeks: the street shall be built again, and the wall, even in troublous times. And after threescore and two weeks shall Messiah be cut off, but not for himself: and the people of the prince that shall come shall destroy the city and the sanctuary; and the end thereof shall be with a flood, and unto the end of the war desolations are determined. And he shall confirm the covenant with many for one week: and in the midst of the week he shall cause the sacrifice and the oblation to cease, and for the overspreading of abominations he shall make it desolate, even until the consummation, and that determined shall be poured upon the desolate. Daniel 9:25–27.
Γνώρισε λοιπόν και εννόησε, ότι από της εξόδου της προσταγής να αποκατασταθή και να οικοδομηθή η Ιερουσαλήμ έως του Μεσσία του Ηγουμένου θέλουσιν είσθαι επτά εβδομάδες και εξήκοντα δύο εβδομάδες· η πλατεία θέλει οικοδομηθή πάλιν, και το τείχος, μάλιστα εν καιροίς στενοχωρίας. Και μετά τας εξήκοντα δύο εβδομάδας ο Μεσσίας θέλει εκκοπή, αλλ’ ουχί δι’ εαυτόν· και ο λαός του ηγουμένου, όστις θέλει ελθεί, θέλει αφανίσει την πόλιν και το αγιαστήριον· και το τέλος αυτής θέλει είσθαι μετά κατακλυσμού, και έως του τέλους του πολέμου αι ερημώσεις είναι διωρισμέναι. Και θέλει στερεώσει διαθήκην μετά πολλών διά μίαν εβδομάδα· και εν τω ημίσει της εβδομάδος θέλει παύσει η θυσία και η προσφορά, και διά την υπερεξάπλωσιν των βδελυγμάτων θέλει καταστήσει αυτήν έρημον, έως της συντελείας, και το αποφασισμένον θέλει εκχυθή επί την ερημωμένην. Δανιήλ 9:25–27.
The Millerites recognized the correct date for the crucifixion and then the end of the period of twenty-three hundred years was identified. The “cutting off of the Messiah” in “the midst of the week” in which Christ confirmed “the covenant” because of the Jews filling their cup of probationary time to the top, as represented by the “overspreading of Abominations”, was also identified. The cross became the historical waymark that was essential in the recognition of the message of the Midnight Cry.
Οι Μιλλερίτες αναγνώρισαν τη σωστή χρονολογία για τη σταύρωση, και κατόπιν προσδιορίσθηκε το τέλος της περιόδου των δύο χιλιάδων τριακοσίων ετών. Η «εκκοπή του Μεσσία» στο «μέσον της εβδομάδος», κατά την οποία ο Χριστός επικύρωσε «τη διαθήκη», επειδή οι Ιουδαίοι είχαν γεμίσει μέχρι επάνω το ποτήρι του δοκιμαστικού τους χρόνου, όπως παριστάνεται από την «εξάπλωση των βδελυγμάτων», αναγνωρίσθηκε επίσης. Ο σταυρός έγινε το ιστορικό ορόσημο που ήταν ουσιώδες για την αναγνώριση του αγγέλματος της Κραυγής του Μεσονυκτίου.
In spite of the light located in the verses that produced such a powerful manifestation of God’s power, the Millerites never reached an understanding of those verses which was represented by Daniel’s desire to understand the relationship of the two visions. The week in which Christ confirmed the covenant was divided into two periods, which Sister White later identified as representing Christ’s personal ministry of three and a half years, followed by his ministry as represented by the disciples. They saw that the historical waymark of the cross became the anchor to ascertain the date of October 22, 1844, but they did not see that it also represented the center of two identical periods of three and a half years, and thus represented the “seven times,” which God through Moses called the “quarrel of his covenant.”
Παρά το φως που βρίσκεται στα εδάφια τα οποία παρήγαγαν μια τόσο ισχυρή εκδήλωση της δυνάμεως του Θεού, οι Μιλλερίτες ουδέποτε έφθασαν σε κατανόηση εκείνων των εδαφίων η οποία να εκπροσωπείται από την επιθυμία του Δανιήλ να κατανοήσει τη σχέση των δύο οράσεων. Η εβδομάδα κατά την οποία ο Χριστός επικύρωσε τη διαθήκη διαιρέθηκε σε δύο περιόδους, τις οποίες η Αδελφή White αργότερα προσδιόρισε ως αναπαριστώσες την προσωπική διακονία του Χριστού επί τριάμισι έτη, ακολουθούμενη από τη διακονία του όπως αυτή αναπαρίσταται από τους μαθητές. Είδαν ότι το ιστορικό ορόσημο του σταυρού έγινε η άγκυρα για να προσδιορισθεί η ημερομηνία της 22ας Οκτωβρίου 1844, αλλά δεν είδαν ότι αυτό επίσης αντιπροσώπευε το κέντρο δύο ταυτόσημων περιόδων τριάμισι ετών, και έτσι αντιπροσώπευε τους «επτά καιρούς», τους οποίους ο Θεός διά του Μωυσέως ονόμασε «τη φιλονικία της διαθήκης αυτού».
Then will I also walk contrary unto you, and will punish you yet seven times for your sins. And I will bring a sword upon you, that shall avenge the quarrel of my covenant: and when ye are gathered together within your cities, I will send the pestilence among you; and ye shall be delivered into the hand of the enemy. Leviticus 26:24, 25.
Τότε και εγώ θα περιπατήσω εναντίον σας, και θα σας παιδεύσω ακόμη επτά φορές για τις αμαρτίες σας. Και θα φέρω επάνω σας μάχαιρα, η οποία θα εκδικήσει την παραβίαση της διαθήκης μου· και όταν θα συναχθείτε μέσα στις πόλεις σας, θα αποστείλω ανάμεσά σας λοιμό, και θα παραδοθείτε στο χέρι του εχθρού. Λευιτικόν 26:24, 25.
When Christ was confirming the covenant with many, it was the covenant that he had a quarrel over with the disobedient Jews. The “quarrel of his covenant,” began in 723 BC, when the Assyrians took the northern kingdom into captivity, and then for twelve hundred and sixty prophetic days, paganism trampled down literal Israel. That trampling down was then followed by another twelve hundred and sixty prophetic days, of papalism trampling down spiritual Israel.
Όταν ο Χριστός επικύρωνε τη διαθήκη με πολλούς, επρόκειτο για τη διαθήκη σχετικά με την οποία είχε έριδα με τους ανυπάκουους Ιουδαίους. Η «έριδα της διαθήκης του» άρχισε το 723 π.Χ., όταν οι Ασσύριοι οδήγησαν το βόρειο βασίλειο σε αιχμαλωσία, και κατόπιν, επί χίλιες διακόσιες εξήντα προφητικές ημέρες, ο παγανισμός καταπατούσε τον κυριολεκτικό Ισραήλ. Εκείνο το καταπάτημα ακολουθήθηκε έπειτα από άλλες χίλιες διακόσιες εξήντα προφητικές ημέρες, κατά τις οποίες ο παπισμός καταπατούσε τον πνευματικό Ισραήλ.
The prophetic week in which Christ confirmed the covenant, in fulfillment of the vision of twenty three hundred years, also represented the vision of twenty-five hundred and twenty years. The Millerites recognized enough of the prophecy of twenty-three hundred years to correctly proclaim the message of the Midnight Cry, but they chose to reject some of the light which Gabriel’s interpretation in chapter nine was meant to convey.
Η προφητική εβδομάδα κατά την οποία ο Χριστός επικύρωσε τη διαθήκη, σε εκπλήρωση του οράματος των δύο χιλιάδων τριακοσίων ετών, αντιπροσώπευε επίσης το όραμα των δύο χιλιάδων πεντακοσίων είκοσι ετών. Οι Μιλλεριτιστές αναγνώρισαν επαρκώς την προφητεία των δύο χιλιάδων τριακοσίων ετών ώστε να διακηρύξουν ορθώς το μήνυμα της Κραυγής του Μεσονυκτίου, αλλά επέλεξαν να απορρίψουν μέρος του φωτός το οποίο η ερμηνεία του Γαβριήλ στο ένατο κεφάλαιο είχε σκοπό να μεταδώσει.
Gabriel had instructed Daniel to rightly divide (mentally separate) the two visions, represented as “matter” and “vision,” and in fulfillment of that counsel Sister White informs us that this was the very burden of Daniel as he sought to understand the relation of the seventy weeks (a symbol of “seven times”), and the twenty-three hundred years.
Ο Γαβριήλ είχε δώσει στον Δανιήλ την οδηγία να διακρίνει ορθώς (να διαχωρίσει νοητικά) τα δύο οράματα, που παριστάνονται ως «πράγμα» και «όραμα», και, σε εκπλήρωση εκείνης της συμβουλής, η Αδελφή Ουάιτ μάς πληροφορεί ότι αυτό ακριβώς ήταν το βάρος του Δανιήλ καθώς επιζητούσε να κατανοήσει τη σχέση μεταξύ των εβδομήκοντα εβδομάδων (σύμβολο των «επτά καιρών») και των δύο χιλιάδων τριακοσίων ετών.
Adventism’s rejection of the “seven times,” placed them in a position where they could not understand that the first period of four hundred and ninety years, which was cut off from the twenty-three hundred years, represented the rebellion of the covenant that Moses identifies as the “quarrel of his covenant”.
Η απόρριψη των «επτά καιρών» από τον Αντβεντισμό τούς έθεσε σε θέση ώστε να μην μπορούν να κατανοήσουν ότι η πρώτη περίοδος των τετρακοσίων ενενήντα ετών, η οποία αποκόπηκε από τα δύο χιλιάδες τριακόσια έτη, αντιπροσώπευε την αποστασία της διαθήκης, την οποία ο Μωυσής προσδιορίζει ως τη «διαμάχη της διαθήκης του».
They were also prevented from recognizing that the crucifixion in the midst of the week did more than simply identify the date, for it identified the very center of Christ’s quarrel with Israel’s disobedience with the blood of the covenant. They were blind to the fact that the blood that was shed for many at the cross, that was confirming his covenant, was also confirming the covenant set forth in Leviticus twenty-five and twenty-six.
Εμποδίστηκαν επίσης να αναγνωρίσουν ότι η σταύρωση στο μέσον της εβδομάδος έκανε περισσότερα από το να προσδιορίζει απλώς την ημερομηνία, διότι προσδιόριζε το ίδιο το κέντρο της διαμάχης του Χριστού με την ανυπακοή του Ισραήλ διά του αίματος της διαθήκης. Ήσαν τυφλοί ως προς το γεγονός ότι το αίμα που εχύθη υπέρ πολλών επί του σταυρού, το οποίο επεκύρωνε τη διαθήκη Του, επεκύρωνε επίσης τη διαθήκη που εκτίθεται στο Λευιτικόν είκοσι πέντε και είκοσι έξι.
Ancient Israel took upon themselves a covenant where they defined the covenant as their proclamation “that all that the Lord has said, we will do,” totally unaware that the covenant which Christ was offering required that His law be written upon the heart. Their pharisaical definition of the terms of the covenant prevented them from understanding and accepting the true covenant.
Ο αρχαίος Ισραήλ ανέλαβε επάνω του μια διαθήκη την οποία όρισε ως τη διακήρυξή του: «πάντα όσα είπε ο Κύριος, θέλομεν πράξει», εντελώς αγνοώντας ότι η διαθήκη την οποία προσέφερε ο Χριστός απαιτούσε να γραφεί ο νόμος Του επάνω στην καρδιά. Ο φαρισαϊκός ορισμός τους των όρων της διαθήκης τούς εμπόδισε να κατανοήσουν και να αποδεχθούν την αληθινή διαθήκη.
Modern Israel has defined the blood of the cross in the midst of the week in terms which cause the same blindness for modern Israel that was upon ancient Israel when they rejected the Messiah and proclaimed they had no king but Caesar.
Ο σύγχρονος Ισραήλ έχει ορίσει το αίμα του σταυρού στο μέσον της εβδομάδος με όρους που προκαλούν την ίδια τύφλωση στον σύγχρονο Ισραήλ, η οποία βρισκόταν επάνω στον αρχαίο Ισραήλ όταν απέρριψαν τον Μεσσία και διακήρυξαν ότι δεν είχαν άλλον βασιλέα παρά μόνον τον Καίσαρα.
Modern Israel is blind to the fact that the history which Gabriel outlined for Daniel not only includes the confirmation of the covenant, but also the scattering that is brought upon those who reject that covenant, for the verses identify that pagan Rome (the prince that was to come), would destroy the city and the sanctuary, and that unto the end of the war (which trampled down the sanctuary and the host) “desolations,” in the plural, were determined.
Το σύγχρονο Ισραήλ είναι τυφλό ως προς το γεγονός ότι η ιστορία την οποία ο Γαβριήλ εξέθεσε στον Δανιήλ όχι μόνον περιλαμβάνει την επικύρωση της διαθήκης, αλλά και τη διασπορά που επιφέρεται επί εκείνων οι οποίοι απορρίπτουν τη διαθήκη εκείνη· διότι τα εδάφια προσδιορίζουν ότι η ειδωλολατρική Ρώμη (ὁ ἄρχων ὁ ἐρχόμενος) θα κατέστρεφε την πόλη και το αγιαστήριο, και ότι έως το τέλος του πολέμου (ο οποίος καταπάτησε το αγιαστήριο και το στράτευμα) «ερημώσεις», στον πληθυντικό, είχαν ορισθεί.
In the history where Christ shed his blood to confirm the covenant with many, the two desolating powers of pagan and papal Rome are specifically identified. The blood shed upon the cross is what Christ brings into the heavenly sanctuary, and is a symbol of His work represented by the “mareh” vision of twenty-three hundred years. That history is woven in with the history of the “chazon” vision of twenty-five hundred and twenty years, as represented by the two desolating powers that would trample down the sanctuary and the host.
Στην ιστορία κατά την οποία ο Χριστός έχυσε το αίμα Του για να επικυρώσει τη διαθήκη με πολλούς, οι δύο ερημωτικές δυνάμεις της ειδωλολατρικής και της παπικής Ρώμης ταυτοποιούνται συγκεκριμένα. Το αίμα που χύθηκε επάνω στον σταυρό είναι εκείνο που ο Χριστός εισάγει στο επουράνιο αγιαστήριο και αποτελεί σύμβολο του έργου Του, όπως αυτό παριστάνεται από το όραμα του «mareh» των δύο χιλιάδων τριακοσίων ετών. Η ιστορία αυτή είναι υφασμένη μαζί με την ιστορία του οράματος του «chazon» των δύο χιλιάδων πεντακοσίων είκοσι ετών, όπως παριστάνεται από τις δύο ερημωτικές δυνάμεις που θα καταπατούσαν το αγιαστήριο και το στράτευμα.
The truths which were represented in Miller’s dream as jewels shone as bright as the sun, but they were incomplete. In the last days, when the Midnight Cry is repeated to the very letter, those very jewels will be cast into the new, larger casket by the “dirt brush Man”, and they will then shine ten times brighter than they originally did. They become the test of the final Midnight Cry message. Those jewels were specifically identified by the two witnesses prophesied by Habakkuk, as tables. When the two tables of the 1843 and 1850 pioneer charts are laid upon each other “line upon line”, Miller’s jewels are specifically identified, and in so doing those jewels represent the message of the final Midnight Cry.
Οι αλήθειες που παριστάνονταν στο όνειρο του Μίλλερ ως πολύτιμοι λίθοι έλαμπαν τόσο λαμπρά όσο ο ήλιος, αλλά ήσαν ατελείς. Κατά τις έσχατες ημέρες, όταν η Κραυγή του Μεσονυκτίου επαναληφθεί κατά γράμμα, ακριβώς εκείνοι οι πολύτιμοι λίθοι θα τοποθετηθούν στο νέο, μεγαλύτερο κιβώτιο από τον «Άνδρα με τη βούρτσα για τη βρωμιά», και τότε θα λάμψουν δέκα φορές λαμπρότερα απ’ όσο αρχικώς. Αυτοί καθίστανται η δοκιμασία του τελικού μηνύματος της Κραυγής του Μεσονυκτίου. Οι πολύτιμοι αυτοί λίθοι προσδιορίσθηκαν συγκεκριμένα από τους δύο μάρτυρες που προφητεύθηκαν από τον Αββακούμ, ως πίνακες. Όταν οι δύο πίνακες των πρωτοπόρων χαρτών του 1843 και του 1850 τοποθετηθούν ο ένας επάνω στον άλλον «γραμμή επί γραμμής», οι πολύτιμοι λίθοι του Μίλλερ προσδιορίζονται συγκεκριμένα, και έτσι οι λίθοι αυτοί αντιπροσωπεύουν το μήνυμα της τελικής Κραυγής του Μεσονυκτίου.
Most of the truths upon the two charts illustrate prophecies that were fulfilled prior to 1844, such as the identification of the beasts of Daniel seven and eight. The image of Daniel two is represented. The argument over whether it is Rome or Antiochus Epiphanes which establishes the vision is there. The first disappointment and the tarrying time of Habakkuk and the ten virgins is there. The arrival of the third angel is there, as is the heavenly sanctuary. “The daily” as a symbol of paganism is there. And of course, the three Woes of Islam are there. When brought together the charts represent an illustration of the “increase of knowledge” that takes place when the Lion of the tribe of Judah unseals a prophetic truth.
Οι περισσότερες από τις αλήθειες που απεικονίζονται στα δύο διαγράμματα παρουσιάζουν προφητείες οι οποίες εκπληρώθηκαν πριν από το 1844, όπως η ταυτοποίηση των θηρίων του Δανιήλ ζ΄ και η΄. Παριστάνεται η εικόνα του Δανιήλ β΄. Εκεί βρίσκεται το επιχείρημα ως προς το αν είναι η Ρώμη ή ο Αντίοχος ο Επιφανής εκείνος που θεμελιώνει την όραση. Εκεί βρίσκονται η πρώτη απογοήτευση και ο καιρός της αναμονής του Αββακούμ και των δέκα παρθένων. Εκεί βρίσκεται η άφιξη του τρίτου αγγέλου, καθώς και το ουράνιο αγιαστήριο. Εκεί βρίσκεται «το παντοτεινό» ως σύμβολο του παγανισμού. Και βεβαίως, εκεί βρίσκονται τα τρία Ουαί του Ισλάμ. Όταν συνενωθούν, τα διαγράμματα αποτελούν απεικόνιση της «αυξήσεως της γνώσεως» που λαμβάνει χώρα όταν ο Λέων της φυλής του Ιούδα αποσφραγίζει μία προφητική αλήθεια.
As we wind down our consideration of the vision of the Ulai River as the symbol of the prophetic knowledge that was unsealed at the time of the end in 1798, which increased to make up the jewels in the new, larger casket of William Miller’s dream, we will revisit the Millerite truths which were incomplete in their history. Some were left in an incomplete state because of the time in history in which the Millerites were living, and others were left incomplete through the disobedience of those who refused to keep up with the advancing light of the third angel.
Καθώς ολοκληρώνουμε την εξέτασή μας του οράματος του ποταμού Ουλάι ως συμβόλου της προφητικής γνώσεως που αποσφραγίσθηκε κατά τον καιρό του τέλους, το 1798, και η οποία αυξήθηκε ώστε να αποτελέσει τα πετράδια στο νέο, μεγαλύτερο κιβώτιο του ονείρου του Γουλιέλμου Μίλλερ, θα επανέλθουμε στις Μιλλεριτικές αλήθειες οι οποίες ήσαν ατελείς στην ιστορία τους. Μερικές παρέμειναν σε ατελή κατάσταση εξαιτίας του χρονικού σημείου της ιστορίας κατά το οποίο ζούσαν οι Μιλλερίτες, ενώ άλλες παρέμειναν ατελείς εξαιτίας της ανυπακοής εκείνων που αρνήθηκαν να ακολουθήσουν το προοδεύον φως του τρίτου αγγέλου.
We will continue these things in the next article.
Θα συνεχίσουμε αυτά τα πράγματα στο επόμενο άρθρο.
“Those whom God has sent with a message are only men, but what is the character of the message which they bear? Will you dare to turn from, or make light of, the warnings, because God did not consult you as to what would be preferred? God calls men who will speak, who will cry aloud and spare not. God has raised up his messengers to do his work for this time. Some have turned from the message of the righteousness of Christ to criticize the men and their imperfections, because they do not speak the message of truth with all the grace and polish desirable. They have too much zeal, are too much in earnest, speak with too much positiveness, and the message that would bring healing and life and comfort to many weary and oppressed souls, is, in a measure, excluded; for just in proportion as men of influence close their own hearts and set up their own wills in opposition to what God has said, will they seek to take away the ray of light from those who have been longing and praying for light and for vivifying power. Christ has registered all the hard, proud, sneering speeches spoken against his servants as against himself.
«Εκείνοι τους οποίους ο Θεός απέστειλε με ένα μήνυμα είναι απλώς άνθρωποι· αλλά ποιος είναι ο χαρακτήρας του μηνύματος το οποίο φέρουν; Θα τολμήσετε να αποστραφείτε ή να καταφρονήσετε τις προειδοποιήσεις, επειδή ο Θεός δεν σας συμβουλεύθηκε ως προς το τι θα ήταν προτιμητέο; Ο Θεός καλεί ανθρώπους οι οποίοι θα μιλήσουν, οι οποίοι θα βοήσουν δυνατά και δεν θα φεισθούν. Ο Θεός έχει εγείρει τους αγγελιαφόρους Του για να επιτελέσουν το έργο Του γι’ αυτόν τον καιρό. Μερικοί αποστράφηκαν το μήνυμα της δικαιοσύνης του Χριστού για να επικρίνουν τους ανθρώπους και τις ατέλειές τους, επειδή δεν μεταδίδουν το μήνυμα της αλήθειας με όλη τη χάρη και τη στιλπνότητα που θα ήταν επιθυμητές. Έχουν υπερβολικό ζήλο, είναι υπερβολικά earnest, μιλούν με υπερβολική κατηγορηματικότητα, και έτσι το μήνυμα που θα έφερνε θεραπεία και ζωή και παρηγορία σε πολλές κουρασμένες και καταπιεσμένες ψυχές αποκλείεται, ως ένα μέτρο· διότι ακριβώς στον βαθμό που άνθρωποι επιρροής κλείνουν τις ίδιες τους τις καρδιές και υψώνουν το δικό τους θέλημα σε αντίθεση προς ό,τι είπε ο Θεός, θα επιδιώξουν να αφαιρέσουν την ακτίνα φωτός από εκείνους που λαχταρούσαν και προσεύχονταν για φως και για ζωοποιό δύναμη. Ο Χριστός έχει καταγράψει όλους τους σκληρούς, υπερήφανους, περιφρονητικούς λόγους που εκστομίστηκαν εναντίον των δούλων Του ως λόγους εκστομισμένους εναντίον του ίδιου.»
“The third angel’s message will not be comprehended, the light which will lighten the earth with its glory will be called a false light, by those who refuse to walk in its advancing glory. The work that might have been done, will be left undone by the rejecters of truth, because of their unbelief. We entreat of you who oppose the light of truth, to stand out of the way of God’s people. Let Heaven-sent light shine forth upon them in clear and steady rays. God holds you to whom this light has come, responsible for the use you make of it. Those who will not hear will be held responsible; for the truth has been brought within their reach, but they despised their opportunities and privileges. Messages bearing the divine credentials have been sent to God’s people; the glory, the majesty, the righteousness of Christ, full of goodness and truth, have been presented; the fullness of the Godhead in Jesus Christ has been set forth among us with beauty and loveliness, to charm all whose hearts were not closed with prejudice. We know that God has wrought among us. We have seen souls turn from sin to righteousness. We have seen faith revived in the hearts of the contrite ones. Shall we be like the lepers that were cleansed who went on their way, and only one returned to give glory to God? Let us rather tell of his goodness, and praise God with heart, with pen, and with voice.” Review and Herald, May 27, 1890.
«Το μήνυμα του τρίτου αγγέλου δεν θα κατανοηθεί· το φως που θα φωτίσει τη γη με τη δόξα του θα ονομαστεί ψευδές φως από εκείνους που αρνούνται να βαδίσουν μέσα στην προοδεύουσα δόξα του. Το έργο που θα μπορούσε να είχε γίνει θα παραμείνει ατέλεστο από τους απορρίπτοντες την αλήθεια, εξαιτίας της απιστίας τους. Σας ικετεύουμε, εσείς που αντιτίθεστε στο φως της αλήθειας, να παραμερίσετε από την οδό του λαού του Θεού. Ας λάμψει επάνω τους το φως που έχει σταλεί από τον Ουρανό με καθαρές και σταθερές ακτίνες. Ο Θεός σας θεωρεί, εσάς στους οποίους έχει έλθει αυτό το φως, υπεύθυνους για τη χρήση που κάνετε από αυτό. Όσοι δεν θελήσουν να ακούσουν θα λογοδοτήσουν· διότι η αλήθεια έχει τεθεί εντός της εμβέλειάς τους, αλλά αυτοί περιφρόνησαν τις ευκαιρίες και τα προνόμιά τους. Μηνύματα που έφεραν τα θεία διαπιστευτήρια έχουν αποσταλεί στον λαό του Θεού· η δόξα, η μεγαλοπρέπεια, η δικαιοσύνη του Χριστού, πλήρεις αγαθότητας και αλήθειας, έχουν παρουσιαστεί· η πληρότητα της Θεότητος εν τω Ιησού Χριστώ έχει τεθεί ενώπιόν μας με ωραιότητα και γλυκύτητα, για να ελκύσει όλους εκείνους των οποίων οι καρδιές δεν ήταν κλεισμένες από την προκατάληψη. Γνωρίζουμε ότι ο Θεός έχει ενεργήσει ανάμεσά μας. Έχουμε δει ψυχές να στρέφονται από την αμαρτία στη δικαιοσύνη. Έχουμε δει την πίστη να αναζωπυρώνεται στις καρδιές των συντετριμμένων. Θα γίνουμε σαν τους λεπρούς που καθαρίστηκαν και έφυγαν στον δρόμο τους, και μόνο ένας επέστρεψε για να δοξάσει τον Θεό; Ας διηγούμαστε μάλλον την αγαθότητά Του και ας δοξάζουμε τον Θεό με καρδιά, με πένα και με φωνή». Review and Herald, 27 Μαΐου 1890.