The northern and southern kingdoms were scattered under God’s indignation for twenty-five hundred and twenty years in fulfillment of the broken covenant of Leviticus twenty-five and twenty-six. The forty-six years between the conclusion of the first and last indignations represented the gathering of those two kingdoms into one kingdom of spiritual modern Israel in 1844. The gathering of those two nations was represented by the two sticks which Ezekiel joined together and the two sticks the widow of Zarephath gathered in the story of Elijah. On October 22, 1844 the prophetic history of the northern and southern kingdoms concluded and in so doing it repeated the history of the beginning of those two kingdoms.

Τα βόρεια και νότια βασίλεια διασκορπίσθηκαν υπό την αγανάκτηση του Θεού επί δύο χιλιάδες πεντακόσια είκοσι έτη, σε εκπλήρωση της παραβιασμένης διαθήκης του Λευιτικού είκοσι πέντε και είκοσι έξι. Τα σαράντα έξι έτη μεταξύ της ολοκληρώσεως της πρώτης και της τελευταίας αγανακτήσεως αντιπροσώπευαν τη συνάθροιση εκείνων των δύο βασιλείων σε ένα βασίλειο του πνευματικού συγχρόνου Ισραήλ το 1844. Η συνάθροιση εκείνων των δύο εθνών παριστάνετο από τις δύο ράβδους τις οποίες ο Ιεζεκιήλ συνένωσε, και από τα δύο ξύλα που συνέλεξε η χήρα των Σαρεπτών στην ιστορία του Ηλία. Στις 22 Οκτωβρίου 1844, η προφητική ιστορία των βορείων και νοτίων βασιλείων ολοκληρώθηκε, και με τον τρόπο αυτόν επανέλαβε την ιστορία της αρχής εκείνων των δύο βασιλείων.

Jeroboam instituted a counterfeit system of worship in the northern kingdom in order to prevent his subjects from travelling to Judah and worshipping God in the sanctuary in Jerusalem.

Ο Ιεροβοάμ καθιέρωσε ένα παραχαραγμένο σύστημα λατρείας στο βόρειο βασίλειο, προκειμένου να εμποδίσει τους υπηκόους του να μεταβαίνουν στον Ιούδα και να λατρεύουν τον Θεό στο αγιαστήριο της Ιερουσαλήμ.

And Jeroboam said in his heart, Now shall the kingdom return to the house of David: If this people go up to do sacrifice in the house of the Lord at Jerusalem, then shall the heart of this people turn again unto their lord, even unto Rehoboam king of Judah, and they shall kill me, and go again to Rehoboam king of Judah. Whereupon the king took counsel, and made two calves of gold, and said unto them, It is too much for you to go up to Jerusalem: behold thy gods, O Israel, which brought thee up out of the land of Egypt. And he set the one in Bethel, and the other put he in Dan. And this thing became a sin: for the people went to worship before the one, even unto Dan. And he made an house of high places, and made priests of the lowest of the people, which were not of the sons of Levi. And Jeroboam ordained a feast in the eighth month, on the fifteenth day of the month, like unto the feast that is in Judah, and he offered upon the altar. So did he in Bethel, sacrificing unto the calves that he had made: and he placed in Bethel the priests of the high places which he had made. So he offered upon the altar which he had made in Bethel the fifteenth day of the eighth month, even in the month which he had devised of his own heart; and ordained a feast unto the children of Israel: and he offered upon the altar, and burnt incense. 1 Kings 12:26–33.

Και είπε ο Ιεροβοάμ εν τη καρδία αυτού· Τώρα θέλει επιστρέψει η βασιλεία εις τον οίκον Δαβίδ· εάν ο λαός ούτος αναβή διά να προσφέρη θυσίας εν τω οίκω του Κυρίου εν Ιερουσαλήμ, τότε η καρδία του λαού τούτου θέλει επιστρέψει πάλιν προς τον κύριον αυτών, προς τον Ροβοάμ, βασιλέα του Ιούδα, και θέλουσί με φονεύσει, και θέλουσιν επιστρέψει πάλιν προς τον Ροβοάμ, βασιλέα του Ιούδα. Όθεν ο βασιλεύς συνεβουλεύθη, και έκαμε δύο μόσχους χρυσούς, και είπε προς αυτούς· Πολύ είναι δι’ εσάς να αναβαίνητε εις Ιερουσαλήμ· ιδού οι θεοί σου, Ισραήλ, οίτινες σε ανεβίβασαν εκ γης Αιγύπτου. Και έστησε τον ένα εν Βαιθήλ, και τον άλλον έθεσεν εν Δαν. Και το πράγμα τούτο έγεινεν αμαρτία· διότι ο λαός υπήγεν να προσκυνήση ενώπιον του ενός, έως Δαν. Και έκαμεν οίκον υψηλών, και έκαμεν ιερείς εκ των εσχάτων του λαού, οίτινες δεν ήσαν εκ των υιών Λευί. Και διώρισεν ο Ιεροβοάμ εορτήν εν τω ογδόω μηνί, τη δεκάτη πέμπτη ημέρα του μηνός, ομοίαν προς την εορτήν την εν Ιούδα, και προσέφερεν επί του θυσιαστηρίου. Ούτως έκαμεν εν Βαιθήλ, θυσιάζων εις τους μόσχους τους οποίους έκαμε· και εγκατέστησεν εν Βαιθήλ τους ιερείς των υψηλών, τα οποία έκαμεν. Και προσέφερεν επί του θυσιαστηρίου το οποίον έκαμεν εν Βαιθήλ, τη δεκάτη πέμπτη ημέρα του ογδόου μηνός, αυτού του μηνός τον οποίον επενόησεν από της ιδίας αυτού καρδίας· και διώρισεν εορτήν εις τους υιούς Ισραήλ· και προσέφερεν επί του θυσιαστηρίου, και εθυμία. Γ΄ Βασιλέων 12:26–33.

His system of worship was typical of Catholicism (paganism), for as with Aaron’s rebellion, it established an image to and of the beast. The two calf images were made of gold, symbolizing Babylon. The images were dedicated to the gods of Egypt, who were identified as Aaron had also identified them; as “the gods that had brought them up out of the land of Egypt.” He built two altars in two cities, which when considered together represent the combination of church (Bethel) and state (Dan). The altars were counterfeits of the true altar, which is Christ, just as Catholicism claims to be Christ’s earthly representative. He raised up a corrupted priesthood, as are the priests of Catholicism. He selected a day for his worship service that was specifically different from the days of any of God’s true feast days, thus representing the controversy over the true and false day of worship.

Το σύστημα της λατρείας του ήταν τυπικό του Καθολικισμού (παγανισμού), διότι, όπως και με την ανταρσία του Ααρών, καθιέρωσε μια εικόνα προς και του θηρίου. Οι δύο εικόνες των μόσχων ήταν κατασκευασμένες από χρυσό, συμβολίζοντας τη Βαβυλώνα. Οι εικόνες αφιερώθηκαν στους θεούς της Αιγύπτου, οι οποίοι προσδιορίσθηκαν όπως τους είχε προσδιορίσει και ο Ααρών· ως «οι θεοί που τους ανέβασαν από τη γη της Αιγύπτου». Έκτισε δύο θυσιαστήρια σε δύο πόλεις, τα οποία, όταν θεωρηθούν από κοινού, αντιπροσωπεύουν τον συνδυασμό εκκλησίας (Βαιθήλ) και κράτους (Δαν). Τα θυσιαστήρια ήταν παραχαράξεις του αληθινού θυσιαστηρίου, το οποίο είναι ο Χριστός, όπως ακριβώς ο Καθολικισμός ισχυρίζεται ότι είναι ο επίγειος αντιπρόσωπος του Χριστού. Ανέδειξε ένα διεφθαρμένο ιερατείο, όπως είναι οι ιερείς του Καθολικισμού. Επέλεξε μια ημέρα για τη λατρευτική του σύναξη η οποία ήταν συγκεκριμένα διαφορετική από τις ημέρες οποιασδήποτε από τις αληθινές εορτές του Θεού, αντιπροσωπεύοντας έτσι τη διαμάχη περί της αληθινής και της ψευδούς ημέρας λατρείας.

In the inauguration of his false system of worship, God sent a prophet from Judah to rebuke his counterfeit system of worship.

Κατά την εγκαινίαση του ψευδούς του συστήματος λατρείας, ο Θεός απέστειλε έναν προφήτη από τον Ιούδα για να ελέγξει το παραχαραγμένο σύστημά του λατρείας.

And, behold, there came a man of God out of Judah by the word of the Lord unto Bethel: and Jeroboam stood by the altar to burn incense. And he cried against the altar in the word of the Lord, and said, O altar, altar, thus saith the Lord; Behold, a child shall be born unto the house of David, Josiah by name; and upon thee shall he offer the priests of the high places that burn incense upon thee, and men’s bones shall be burnt upon thee. And he gave a sign the same day, saying, This is the sign which the Lord hath spoken; Behold, the altar shall be rent, and the ashes that are upon it shall be poured out. 1 Kings 13:1–3.

Καὶ ἰδού, ἦλθεν ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ ἐκ τῆς Ἰούδα εἰς Βαιθήλ διὰ τοῦ λόγου τοῦ Κυρίου· καὶ ὁ Ἱεροβοάμ ἵστατο πλησίον τοῦ θυσιαστηρίου διὰ νὰ θυμιάσῃ. Καὶ ἐβόησε κατὰ τοῦ θυσιαστηρίου ἐν τῷ λόγῳ τοῦ Κυρίου, καὶ εἶπεν· Ὦ θυσιαστήριον, θυσιαστήριον, οὕτω λέγει ὁ Κύριος· Ἰδού, παιδίον θέλει γεννηθῆ εἰς τὸν οἶκον Δαβίδ, Ἰωσίας τὸ ὄνομα αὐτοῦ· καὶ ἐπὶ σοῦ θέλει προσφέρει τοὺς ἱερεῖς τῶν ὑψηλῶν τόπων, οἵτινες θυμιῶσιν ἐπὶ σοῦ, καὶ ὀστᾶ ἀνθρώπων θέλουσι κατακαυθῆ ἐπὶ σοῦ. Καὶ ἔδωκε σημεῖον ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ, λέγων· Τοῦτο εἶναι τὸ σημεῖον, τὸ ὁποῖον ἐλάλησεν ὁ Κύριος· Ἰδού, τὸ θυσιαστήριον θέλει σχισθῆ, καὶ ἡ τέφρα ἡ ἐπάνω αὐτοῦ θέλει ἐκχυθῆ. Α΄ Βασιλέων 13:1–3.

The prophet from Judah proclaimed a threefold prophecy identifying the future birth of king Josiah. He predicted that Josiah would slay the wicked priests who were employed at the counterfeit altar and that Josiah would also burn men’s bones upon that very altar. He also gave Jeroboam a sign, identifying that Jeroboam’s altar would be broken open and the ashes would pour out. All of these things were fulfilled according to the Word of the Lord, but when Jeroboam heard the proclamation of the prophet he was angered and sought to deal with the prophet, but God was in control.

Ὁ προφήτης ἀπὸ τὸν Ἰούδα ἐκήρυξε τριττὴν προφητείαν, προσδιορίζοντας τὴ μελλοντικὴ γέννηση τοῦ βασιλέως Ἰωσία. Προείπε ὅτι ὁ Ἰωσίας θὰ θανατώσει τοὺς πονηροὺς ἱερεῖς ποὺ ἐπιτελοῦσαν τὴ διακονία τους στὸ πλαστὸ θυσιαστήριο καὶ ὅτι ὁ Ἰωσίας θὰ κατακάψει ἐπάνω σ’ αὐτὸ τὸ ἴδιο θυσιαστήριο ὀστᾶ ἀνθρώπων. Ἔδωσε ἐπίσης στὸν Ἱεροβοὰμ ἕνα σημεῖο, δηλώνοντας ὅτι τὸ θυσιαστήριο τοῦ Ἱεροβοὰμ θὰ ραγίσει καὶ ἡ τέφρα θὰ χυθεῖ. Ὅλα αὐτὰ ἐκπληρώθηκαν σύμφωνα μὲ τὸν Λόγο τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ ὅταν ὁ Ἱεροβοὰμ ἄκουσε τὴ διακήρυξη τοῦ προφήτη, ὀργίσθηκε καὶ ἐπεχείρησε νὰ στραφεῖ ἐναντίον τοῦ προφήτη, ἀλλὰ ὁ Θεὸς εἶχε τὸν ἔλεγχο.

And it came to pass, when king Jeroboam heard the saying of the man of God, which had cried against the altar in Bethel, that he put forth his hand from the altar, saying, Lay hold on him. And his hand, which he put forth against him, dried up, so that he could not pull it in again to him. The altar also was rent, and the ashes poured out from the altar, according to the sign which the man of God had given by the word of the Lord. 1 Kings 13:4, 5.

Καὶ ἐγένετο, ὅτε ἤκουσεν ὁ βασιλεὺς Ἰεροβοάμ τὸν λόγον τοῦ ἀνθρώπου τοῦ Θεοῦ, ὃς ἐβόησεν ἐναντίον τοῦ θυσιαστηρίου ἐν Βαιθήλ, ὅτι ἐξέτεινε τὴν χεῖρα αὐτοῦ ἀπὸ τοῦ θυσιαστηρίου, λέγων· Συλλάβετε αὐτόν. Καὶ ἡ χεὶρ αὐτοῦ, τὴν ὁποίαν ἐξέτεινεν ἐναντίον αὐτοῦ, ἐξηράνθη, ὥστε δὲν ἠδύνατο νὰ τὴν ἐπιστρέψῃ πάλιν πρὸς ἑαυτόν. Καὶ τὸ θυσιαστήριον ἐσχίσθη, καὶ ἡ τέφρα ἐξεχύθη ἀπὸ τοῦ θυσιαστηρίου, κατὰ τὸ σημεῖον τὸ ὁποῖον ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ εἶχεν δώσει διὰ τοῦ λόγου τοῦ Κυρίου. Β΄ Βασιλέων 13:4, 5.

The sign was immediately fulfilled, and Jeroboam’s hand was paralyzed.

Το σημείο εκπληρώθηκε αμέσως, και το χέρι του Ιεροβοάμ παρέλυσε.

And the king answered and said unto the man of God, Intreat now the face of the Lord thy God, and pray for me, that my hand may be restored me again. And the man of God besought the Lord, and the king’s hand was restored him again, and became as it was before. And the king said unto the man of God, Come home with me, and refresh thyself, and I will give thee a reward. And the man of God said unto the king, If thou wilt give me half thine house, I will not go in with thee, neither will I eat bread nor drink water in this place: For so was it charged me by the word of the Lord, saying, Eat no bread, nor drink water, nor turn again by the same way that thou camest. So he went another way, and returned not by the way that he came to Bethel. 1 Kings 13:6–10.

Και αποκριθείς ο βασιλεύς είπε προς τον άνθρωπον του Θεού· Δεήθητι τώρα του προσώπου του Κυρίου του Θεού σου, και προσευχήσου υπέρ εμού, διά να αποκατασταθή πάλιν η χείρ μου. Και ο άνθρωπος του Θεού εδεήθη του Κυρίου, και η χείρ του βασιλέως απεκατεστάθη εις αυτόν πάλιν και έγινε καθώς ήτο πρότερον. Και είπε ο βασιλεύς προς τον άνθρωπον του Θεού· Έλθε μετ’ εμού εις τον οίκον μου, και αναψύχθητι, και θέλω σοι δώσει δωρεάν. Και είπε ο άνθρωπος του Θεού προς τον βασιλέα· Εάν μοι δώσης το ήμισυ του οίκου σου, δεν θέλω εισέλθει μετά σου, ουδέ θέλω φάγει άρτον ουδέ θέλω πίει ύδωρ εν τω τόπω τούτω· διότι ούτω προσετάχθη εις εμέ διά του λόγου του Κυρίου, λέγοντος· Μη φάγης άρτον, μηδέ πίης ύδωρ, μηδέ επιστρέψης διά της αυτής οδού, δι’ ης ήλθες. Ούτω ανεχώρησεν διά άλλης οδού, και δεν επέστρεψεν διά της οδού, δι’ ης ήλθεν εις Βαιθήλ. Α΄ Βασιλέων 13:6–10.

Jesus always illustrates the end of a thing with the beginning of a thing, and the beginning of the northern and southern kingdoms of literal ancient Israel end in the history where the two sticks are joined into one stick, representing the nation of spiritual modern Israel.

Ο Ιησούς πάντοτε απεικονίζει το τέλος ενός πράγματος με την αρχή ενός πράγματος, και η αρχή των βόρειων και νότιων βασιλείων του κυριολεκτικού αρχαίου Ισραήλ καταλήγει στην ιστορία όπου οι δύο ράβδοι ενώνονται σε μία ράβδο, αντιπροσωπεύοντας το έθνος του πνευματικού σύγχρονου Ισραήλ.

In the history where the two sticks were joined a three-step testing process was initiated at the time of the end in 1798. Both sticks (kingdoms) were being gathered in advance of the outpouring of the Holy Spirit in the Midnight Cry. At the first disappointment in the spring of 1844, the Protestants failed the testing process and became the daughters of Catholicism, thus repeating the inauguration of a counterfeit system of worship, as had been typified by Jeroboam.

Στην ιστορία κατά την οποία οι δύο ράβδοι ενώθηκαν, κατά τον καιρό του τέλους, το 1798, εγκαινιάσθηκε μια τριμερής διαδικασία δοκιμασίας. Και οι δύο ράβδοι (βασίλεια) συνάγονταν εκ των προτέρων ενόψει της εκχύσεως του Αγίου Πνεύματος κατά την Κραυγή του Μεσονυκτίου. Κατά την πρώτη απογοήτευση, την άνοιξη του 1844, οι Προτεστάντες απέτυχαν στη διαδικασία της δοκιμασίας και έγιναν θυγατέρες του Καθολικισμού, επαναλαμβάνοντας έτσι την εγκαινίαση ενός παραποιημένου συστήματος λατρείας, όπως είχε προτυπωθεί από τον Ιεροβοάμ.

The Protestant Reformation was a work which God accomplished in order to bring the church in the wilderness out of the superstitions, traditions and customs of the Roman church. From the time of Martin Luther more and more truths were revealed identifying the whore of Tyre as nothing more than a pagan system of worship covered with a false profession of Christianity. It was the Lord’s purpose to bring his captive people out of darkness, as He had done when His people were slaves in Egypt. He delivered them from the bondage of Egypt to give them His law. The Protestant’s refusal to follow after the increasing light of the knowledge that was unsealed in 1798, prevented them from recognizing the law and the true sanctuary work of Christ in 1844.

Η Προτεσταντική Μεταρρύθμιση υπήρξε έργο το οποίο ο Θεός επιτέλεσε, προκειμένου να οδηγήσει την εκκλησία εν τη ερήμω έξω από τις δεισιδαιμονίες, τις παραδόσεις και τα έθιμα της Ρωμαϊκής εκκλησίας. Από την εποχή του Μαρτίνου Λουθήρου αποκαλύπτονταν ολοένα και περισσότερες αλήθειες, οι οποίες προσδιόριζαν την πόρνη της Τύρου ως τίποτε περισσότερο από ένα ειδωλολατρικό σύστημα λατρείας, καλυμμένο με ψευδή ομολογία Χριστιανισμού. Ήταν σκοπός του Κυρίου να οδηγήσει τον αιχμάλωτο λαό Του έξω από το σκότος, όπως είχε πράξει όταν ο λαός Του ήταν δούλος στην Αίγυπτο. Τους ελευθέρωσε από τη δουλεία της Αιγύπτου για να τους δώσει τον νόμο Του. Η άρνηση των Προτεσταντών να ακολουθήσουν το αυξανόμενο φως της γνώσεως που αποσφραγίστηκε το 1798, τους εμπόδισε να αναγνωρίσουν τον νόμο και το αληθινό έργο του αγιαστηρίου του Χριστού το 1844.

Their rejection of the judgment-hour message represented their becoming daughters of the Roman church, and they then raised up a false system of worship identified in the Scriptures as the false prophet (apostate Protestantism). The faithful Millerites that entered into the sanctuary by faith on October 22, 1844, received the light of the third angel and presented a rebuke to the false system of worship that professes to be Protestant, while holding to the primary tradition of paganism, that being the worship of the sun. The prophet from Judah typified Millerite Adventism recognizing and presenting the message of the third angel that arrived on October 22, 1844.

Η απόρριψή τους του μηνύματος της ώρας της κρίσεως σήμαινε ότι έγιναν θυγατέρες της Ρωμαϊκής εκκλησίας, και τότε ανήγειραν ένα ψευδές σύστημα λατρείας, το οποίο ταυτοποιείται στις Γραφές ως ο ψευδοπροφήτης (η αποστατημένη Προτεσταντική Εκκλησία). Οι πιστοί Μιλλεριτικοί που εισήλθαν διά της πίστεως στο αγιαστήριο στις 22 Οκτωβρίου 1844 έλαβαν το φως του τρίτου αγγέλου και απηύθυναν έλεγχο προς το ψευδές σύστημα λατρείας που ομολογεί ότι είναι Προτεσταντικό, ενώ προσκολλάται στην πρωταρχική παράδοση του παγανισμού, δηλαδή στη λατρεία του ήλιου. Ο προφήτης από τον Ιούδα προεικόνιζε τον Μιλλεριτικό Αντβεντισμό, ο οποίος αναγνώρισε και παρουσίασε το μήνυμα του τρίτου αγγέλου που έφθασε στις 22 Οκτωβρίου 1844.

When confronted by Jeroboam’s request for the prophet to come to his home and refresh himself, the prophet expressed his specific directions that had been given to him by the Lord. That command was also given to Millerite Adventism. The command was to not return the way they had come, and Millerite Adventism had come out of the Protestant denominations. They had been separated from the Protestants at the first disappointment in the spring of 1844, and Jeremiah provides an example of the identical directions that had been given to the Judean prophet.

Όταν ο προφήτης βρέθηκε αντιμέτωπος με το αίτημα του Ιεροβοάμ να έλθει στο σπίτι του και να αναζωογονηθεί, εξέθεσε τις συγκεκριμένες οδηγίες που του είχαν δοθεί από τον Κύριο. Η εντολή εκείνη δόθηκε επίσης στον Μιλλεριτικό Αντβεντισμό. Η εντολή ήταν να μη επιστρέψουν από τον δρόμο από τον οποίο είχαν έλθει, και ο Μιλλεριτικός Αντβεντισμός είχε εξέλθει από τα Προτεσταντικά δόγματα. Είχαν χωριστεί από τους Προτεστάντες κατά την πρώτη απογοήτευση, την άνοιξη του 1844, και ο Ιερεμίας παρέχει ένα παράδειγμα των ίδιων ακριβώς οδηγιών που είχαν δοθεί στον Ιουδαίο προφήτη.

Thy words were found, and I did eat them; and thy word was unto me the joy and rejoicing of mine heart: for I am called by thy name, O Lord God of hosts. I sat not in the assembly of the mockers, nor rejoiced; I sat alone because of thy hand: for thou hast filled me with indignation. Why is my pain perpetual, and my wound incurable, which refuseth to be healed? wilt thou be altogether unto me as a liar, and as waters that fail? Therefore thus saith the Lord, If thou return, then will I bring thee again, and thou shalt stand before me: and if thou take forth the precious from the vile, thou shalt be as my mouth: let them return unto thee; but return not thou unto them. And I will make thee unto this people a fenced brasen wall: and they shall fight against thee, but they shall not prevail against thee: for I am with thee to save thee and to deliver thee, saith the Lord. And I will deliver thee out of the hand of the wicked, and I will redeem thee out of the hand of the terrible. Jeremiah 15:16–21.

Ευρέθησαν οι λόγοι σου, και κατέφαγον αυτούς· και ο λόγος σου έγινε εις εμέ χαρά και αγαλλίασις της καρδίας μου· διότι εκλήθην με το όνομά σου, Κύριε, Θεέ των δυνάμεων. Δεν εκάθισα εις την σύναξιν των εμπαικτών, ουδέ ηυφράνθην· εκάθισα μόνος εξαιτίας της χειρός σου· διότι με εγέμισας αγανάκτησιν. Διατί είναι ο πόνος μου διαπαντός, και η πληγή μου ανίατος, η οποία αρνείται να ιαθή; Μήπως θέλεις είσθαι εις εμέ παντελώς ως ψεύστης, και ως ύδατα τα οποία εκλείπουν; Διά τούτο ούτω λέγει ο Κύριος· Εάν επιστρέψης, τότε θέλω σε επαναφέρει, και θέλεις στέκεσθαι ενώπιόν μου· και εάν εκβάλης το τίμιον από του αχρείου, θέλεις είσθαι ως το στόμα μου· ας επιστρέψωσιν εκείνοι προς σε· συ όμως μη επιστρέψης προς αυτούς. Και θέλω σε καταστήσει προς τον λαόν τούτον τείχος οχυρόν χάλκινον· και θέλουσι πολεμήσει εναντίον σου, αλλά δεν θέλουσι κατισχύσει εναντίον σου· διότι εγώ είμαι μετά σου διά να σε σώζω και διά να σε ελευθερώνω, λέγει ο Κύριος. Και θέλω σε ελευθερώσει εκ της χειρός των πονηρών, και θέλω σε λυτρώσει εκ της χειρός των φοβερών. Ιερεμίας 15:16–21.

At the fulfillment of the time prophecy of the second Woe, on August 11, 1840, the mighty angel of Revelation ten descended with a little book open in his hand, and John was told to go and take the book and eat it. Jeremiah represents those that ate the little book at that point in history, and the words were sweet as honey, for they were “the joy and rejoicing of” his “heart.” But because of God’s “hand,” Jeremiah was “filled” “with indignation,” he was “wounded” and in “perpetual pain.” Because of God’s “hand” Jeremiah suggested that God had been “unto” Jeremiah “as a liar,” and as “failed waters.” The Lord had held his “hand” over a mistake in some of the figures of the 1843 chart.

Κατά την εκπλήρωση της χρονικής προφητείας του δευτέρου Ουαί, στις 11 Αυγούστου 1840, ο ισχυρός άγγελος της Αποκαλύψεως ιʹ κατέβηκε, έχοντας στο χέρι του ένα βιβλαρίδιο ανοιγμένο, και ειπώθηκε στον Ιωάννη να υπάγει να λάβει το βιβλίο και να το καταφάγει. Ο Ιερεμίας αντιπροσωπεύει εκείνους που έφαγαν το βιβλαρίδιο σε εκείνο το σημείο της ιστορίας, και οι λόγοι ήσαν γλυκείς ως μέλι, διότι ήσαν «η αγαλλίασις και η ευφροσύνη» της «καρδίας» του. Αλλά εξαιτίας της «χειρός» του Θεού, ο Ιερεμίας «εγεμίσθη» «αγανακτήσεως», ήτο «πληγωμένος» και ευρίσκετο σε «διαρκή πόνο». Εξαιτίας της «χειρός» του Θεού, ο Ιερεμίας υπέδειξε ότι ο Θεός είχε γίνει «εις» τον Ιερεμία «ως ψεύστης» και ως «ύδατα ελλείποντα». Ο Κύριος είχε κρατήσει τη «χείρα» Του επάνω σε ένα σφάλμα σε ορισμένα από τα σχήματα του διαγράμματος του 1843.

Jeremiah represents the first disappointment of the Millerites, when the vision of Habakkuk tarried. It appeared to those represented by Jeremiah that the message, which is represented as “rain,” had failed. But Habakkuk had stated “the vision is yet for an appointed time, but at the end it shall speak, and not lie: though it tarry, wait for it; because it will surely come, it will not tarry.” Jeremiah had thought God lied, and that the message (rain) had failed, but it had only tarried.

Ο Ιερεμίας αντιπροσωπεύει την πρώτη απογοήτευση των Μιλλεριτών, όταν το όραμα του Αββακούμ εβράδυνε. Σε εκείνους που αντιπροσωπεύονται από τον Ιερεμία εφάνη ότι το μήνυμα, το οποίο παριστάνεται ως «βροχή», είχε αποτύχει. Αλλά ο Αββακούμ είχε δηλώσει: «διότι η όρασις είναι έτι διά προσδιωρισμένον καιρόν, και εν τω τέλει θέλει λαλήσει, και δεν θέλει ψευσθή· αν και βραδύνη, πρόσμενον αυτήν· διότι θέλει βεβαίως ελθεί, δεν θέλει βραδύνει». Ο Ιερεμίας είχε νομίσει ότι ο Θεός εψεύσθη και ότι το μήνυμα (η βροχή) είχε αποτύχει, αλλ’ απλώς είχε βραδύνει.

Then God instructed Jeremiah that “if thou return, then will I bring thee again, and thou shalt stand before me: and if thou take forth the precious from the vile, thou shalt be as my mouth: let them return unto thee; but return not thou unto them.” After the disappointment Jeremiah, representing God’s people who must return to the service of the Lord and shake off the discouragement that had been produced when it appeared the message had failed. If Jeremiah would meet the designated requirements, God would allow him to be His spokesman.

Κατόπιν ο Θεός έδωσε στον Ιερεμία την εξής εντολή: «ἐὰν ἐπιστρέψῃς, τότε θέλω σε επαναφέρει, και θέλεις σταθεί ενώπιόν μου· και εάν εξαγάγῃς το πολύτιμον από του αχρείου, θέλεις είσθαι ως το στόμα μου· αυτοί θέλουσιν επιστρέψει προς σε· συ όμως μη επιστρέψεις προς αυτούς». Μετά την απογοήτευση, ο Ιερεμίας αντιπροσώπευε τον λαό του Θεού, ο οποίος έπρεπε να επιστρέψει στην υπηρεσία του Κυρίου και να αποτινάξει την αποθάρρυνση που είχε προκληθεί όταν φάνηκε ότι το μήνυμα είχε αποτύχει. Εάν ο Ιερεμίας εκπλήρωνε τις καθορισμένες προϋποθέσεις, ο Θεός θα του επέτρεπε να είναι ο εκπρόσωπός Του.

More importantly for our study at this time is what God told Jeremiah concerning the “assembly of mockers” who were “rejoicing” over his disappointment. He told Jeremiah that the mockers could return to Jeremiah, but he was never to return to them. Jeremiah represented those who stood against the Protestants who had just chosen to return to the fold of Catholicism and became the daughters of Babylon, the false prophets of Baal and Ashtaroth. Jeremiah represented the Judean prophet who at the same point in the prophetic line had rebuked Jeroboam’s false system of worship at the beginning of the northern kingdom, thus typifying the introduction of a false system of worship that was an image of Catholicism at the end of the history of the northern kingdom. The prophet told Jeroboam, when Jeroboam offered to form an alliance, that he was not to eat, drink or return the way he came.

Σπουδαιότερο, όμως, για τη μελέτη μας αυτή τη στιγμή είναι εκείνο που είπε ο Θεός στον Ιερεμία σχετικά με τη «σύναξη των εμπαικτών», οι οποίοι «ηγάλλοντο» για την απογοήτευσή του. Είπε στον Ιερεμία ότι οι εμπαίκτες μπορούσαν να επιστρέψουν προς τον Ιερεμία, αλλ’ εκείνος ουδέποτε έπρεπε να επιστρέψει προς αυτούς. Ο Ιερεμίας εκπροσωπούσε εκείνους που στάθηκαν εναντίον των Διαμαρτυρομένων, οι οποίοι μόλις είχαν επιλέξει να επιστρέψουν στον κόλπο του Καθολικισμού και έγιναν οι θυγατέρες της Βαβυλώνος, οι ψευδοπροφήτες του Βάαλ και της Αστάρτης. Ο Ιερεμίας εκπροσωπούσε τον Ιουδαίο προφήτη ο οποίος, στο ίδιο ακριβώς σημείο της προφητικής γραμμής, είχε ελέγξει το ψευδές σύστημα λατρείας του Ιεροβοάμ κατά την αρχή του βόρειου βασιλείου, τυποποιώντας έτσι την εισαγωγή ενός ψευδούς συστήματος λατρείας, το οποίο ήταν εικόνα του Καθολικισμού στο τέλος της ιστορίας του βόρειου βασιλείου. Ο προφήτης είπε στον Ιεροβοάμ, όταν ο Ιεροβοάμ προσέφερε να συνάψει συμμαχία, ότι δεν έπρεπε να φάγει, να πιει ούτε να επιστρέψει από τον δρόμο από τον οποίο είχε έλθει.

And the king said unto the man of God, Come home with me, and refresh thyself, and I will give thee a reward. And the man of God said unto the king, If thou wilt give me half thine house, I will not go in with thee, neither will I eat bread nor drink water in this place: For so was it charged me by the word of the Lord, saying, Eat no bread, nor drink water, nor turn again by the same way that thou camest. 1 Kings 13:7–9.

Και είπε ο βασιλεύς προς τον άνθρωπο του Θεού· Έλα στο σπίτι μου και αναπαύσου, και θα σου δώσω αμοιβή. Και ο άνθρωπος του Θεού είπε προς τον βασιλέα· Εάν μου δώσεις το ήμισυ του οίκου σου, δεν θα έλθω μαζί σου, ούτε θα φάγω άρτον ούτε θα πίω ύδωρ εν τω τόπω τούτω· διότι ούτω μοι ενετείλατο ο λόγος του Κυρίου, λέγων· Μη φάγης άρτον, μηδέ πίης ύδωρ, μηδέ επιστρέψης διά της αυτής οδού, δι’ ης ήλθες. Α΄ Βασιλέων 13:7–9.

The expression of the Judean prophet aligns with the work of the false prophets of Baal and Ashtaroth in the story of Elijah. Of course, the history of the Millerites is also the history of Elijah, for Miller was Elijah. In the story of Elijah, the prophets of Baal and Ashtaroth performed a dance of deception, which was exposed as foolishness when fire came down from God and consumed Elijah’s offering, thus typifying the outpouring of the Holy Spirit in the Midnight Cry of Millerite history. The confrontation of that history represented the confrontation of the second Elijah, which was John the Baptist during the dance of deception performed by the daughter of Herodias (Salome). Herodias was typified by Jezebel, and Jezebel is a symbol of the Catholic church.

Η έκφραση του Ιουδαίου προφήτη ευθυγραμμίζεται με το έργο των ψευδοπροφητών του Βάαλ και της Αστάρτης στην ιστορία του Ηλία. Βεβαίως, η ιστορία των Μιλλεριτών είναι επίσης η ιστορία του Ηλία, διότι ο Μίλλερ ήταν ο Ηλίας. Στην ιστορία του Ηλία, οι προφήτες του Βάαλ και της Αστάρτης εκτέλεσαν έναν χορό εξαπάτησης, ο οποίος αποκαλύφθηκε ως μωρία όταν φωτιά κατέβηκε από τον Θεό και κατανάλωσε την προσφορά του Ηλία, προτυπώνοντας έτσι την έκχυση του Αγίου Πνεύματος στη Μεσονύκτια Κραυγή της ιστορίας των Μιλλεριτών. Η αντιπαράθεση εκείνης της ιστορίας αντιπροσώπευε την αντιπαράθεση του δεύτερου Ηλία, ο οποίος ήταν ο Ιωάννης ο Βαπτιστής, κατά τη διάρκεια του χορού της εξαπάτησης που εκτέλεσε η θυγατέρα της Ηρωδιάδας (Σαλώμη). Η Ηρωδιάς προτυπωνόταν από την Ιεζάβελ, και η Ιεζάβελ είναι σύμβολο της Καθολικής Εκκλησίας.

In 1844, the Protestant churches became Salome, the daughter of Herodias (Jezebel). In the dance of deception Herod had promised half his kingdom, and he did so on his birthday, thus typifying the last days when the ten kings, who are typified by Ahab (the king of the ten northern kingdoms), agree to give their kingdom to the papacy (Jezebel). Giving “half your kingdom” is a symbol of a confederacy, and the prophet from Judea was clearly informing Jeroboam that he would never form an alliance with the apostate king or support his counterfeit system of worship.

Το 1844, οι Προτεσταντικές εκκλησίες έγιναν Σαλώμη, η θυγατέρα της Ηρωδιάδος (Ιεζάβελ). Στον χορό της πλάνης ο Ηρώδης είχε υποσχεθεί το ήμισυ της βασιλείας του, και το έπραξε αυτό κατά την ημέρα των γενεθλίων του, προτυπώνοντας έτσι τις έσχατες ημέρες, όταν οι δέκα βασιλείς, οι οποίοι προτυπώνονται από τον Αχαάβ (τον βασιλέα των δέκα βορείων βασιλείων), συμφωνούν να δώσουν τη βασιλεία τους στον παπισμό (Ιεζάβελ). Το να δοθεί «το ήμισυ της βασιλείας σου» είναι σύμβολο συνομοσπονδίας, και ο προφήτης από την Ιουδαία πληροφορούσε σαφώς τον Ιεροβοάμ ότι ουδέποτε θα συνήπτε συμμαχία με τον αποστάτη βασιλέα ούτε θα υποστήριζε το παραχαραγμένο σύστημά του λατρείας.

That is what the Lord also told Jeremiah, when He said the “assembly of mockers” (apostate Protestantism) can return to Jeremiah, but Jeremiah must never return to them, or return by the way he came. But the Judean prophet did that very thing, for he was deceived by a false and lying prophet before he returned to Judea—before he finished the work he had been given.

Αυτό είναι και εκείνο που ο Κύριος είπε στον Ιερεμία, όταν είπε ότι η «σύναξις των εμπαικτών» (η αποστατημένη Προτεσταντική κοινότητα) μπορεί να επιστρέψει προς τον Ιερεμία, αλλά ο Ιερεμίας δεν πρέπει ποτέ να επιστρέψει προς αυτούς, ούτε να επιστρέψει από την οδό από την οποία ήλθε. Όμως ο Ιουδαίος προφήτης έπραξε ακριβώς αυτό, διότι εξαπατήθηκε από έναν ψευδή και ψευδολόγο προφήτη προτού επιστρέψει στην Ιουδαία—προτού ολοκληρώσει το έργο που του είχε ανατεθεί.

Now there dwelt an old prophet in Bethel; and his sons came and told him all the works that the man of God had done that day in Bethel: the words which he had spoken unto the king, them they told also to their father. And their father said unto them, What way went he? For his sons had seen what way the man of God went, which came from Judah. And he said unto his sons, Saddle me the ass. So they saddled him the ass: and he rode thereon, And went after the man of God, and found him sitting under an oak: and he said unto him, Art thou the man of God that camest from Judah? And he said, I am. Then he said unto him, Come home with me, and eat bread. And he said, I may not return with thee, nor go in with thee: neither will I eat bread nor drink water with thee in this place: For it was said to me by the word of the Lord, Thou shalt eat no bread nor drink water there, nor turn again to go by the way that thou camest. He said unto him, I am a prophet also as thou art; and an angel spake unto me by the word of the Lord, saying, Bring him back with thee into thine house, that he may eat bread and drink water. But he lied unto him. So he went back with him, and did eat bread in his house, and drank water. And it came to pass, as they sat at the table, that the word of the Lord came unto the prophet that brought him back: And he cried unto the man of God that came from Judah, saying, Thus saith the Lord, Forasmuch as thou hast disobeyed the mouth of the Lord, and hast not kept the commandment which the Lord thy God commanded thee, But camest back, and hast eaten bread and drunk water in the place, of the which the Lord did say to thee, Eat no bread, and drink no water; thy carcase shall not come unto the sepulchre of thy fathers.

Κατοικούσε δε στη Βαιθήλ ένας γέρων προφήτης· και ήλθαν οι υιοί του και του διηγήθηκαν όλα τα έργα που είχε κάνει εκείνη την ημέρα στη Βαιθήλ ο άνθρωπος του Θεού· και τα λόγια που είχε πει προς τον βασιλιά, αυτά επίσης ανήγγειλαν στον πατέρα τους. Και ο πατέρας τους τους είπε: Από ποιον δρόμο έφυγε; Διότι οι υιοί του είχαν δει από ποιον δρόμο είχε φύγει ο άνθρωπος του Θεού, ο οποίος είχε έλθει από τον Ιούδα. Και είπε προς τους υιούς του: Σαμαρώστε μου τον όνο. Και σαμάρωσαν γι’ αυτόν τον όνο· και ανέβηκε επάνω του, και πήγε κατόπιν του ανθρώπου του Θεού, και τον βρήκε να κάθεται κάτω από μία δρυ· και του είπε: Εσύ είσαι ο άνθρωπος του Θεού που ήλθε από τον Ιούδα; Και εκείνος είπε: Εγώ είμαι. Τότε του είπε: Έλα μαζί μου στο σπίτι και φάγε άρτο. Και εκείνος είπε: Δεν μπορώ να επιστρέψω μαζί σου, ούτε να εισέλθω με σένα· ούτε θα φάγω άρτο ούτε θα πιω νερό μαζί σου σε τούτο τον τόπο· διότι μου ελαλήθη διά του λόγου του Κυρίου: Δεν θα φάγεις άρτο ούτε θα πιεις νερό εκεί, ούτε θα επιστρέψεις για να πας από τον δρόμο από τον οποίο ήλθες. Εκείνος του είπε: Και εγώ προφήτης είμαι όπως και συ· και άγγελος μου μίλησε διά του λόγου του Κυρίου, λέγοντας: Φέρε τον πίσω μαζί σου στο σπίτι σου, για να φάγει άρτο και να πιει νερό. Αλλά είπε ψεύδος προς αυτόν. Έτσι επέστρεψε μαζί του, και έφαγε άρτο στο σπίτι του και ήπιε νερό. Και ενώ κάθονταν στην τράπεζα, έγινε λόγος Κυρίου προς τον προφήτη που τον είχε επιστρέψει· και ανέκραξε προς τον άνθρωπο του Θεού που είχε έλθει από τον Ιούδα, λέγοντας: Ούτω λέγει ο Κύριος· Επειδή απείθησες στο στόμα του Κυρίου και δεν φύλαξες την εντολή που ο Κύριος ο Θεός σου σε πρόσταξε, αλλά επέστρεψες και έφαγες άρτο και ήπιες νερό στον τόπο για τον οποίο σου είχε πει ο Κύριος: Μη φάγεις άρτο και μη πιεις νερό· το σώμα σου δεν θα έλθει στον τάφο των πατέρων σου.

And it came to pass, after he had eaten bread, and after he had drunk, that he saddled for him the ass, to wit, for the prophet whom he had brought back. And when he was gone, a lion met him by the way, and slew him: and his carcase was cast in the way, and the ass stood by it, the lion also stood by the carcase. And, behold, men passed by, and saw the carcase cast in the way, and the lion standing by the carcase: and they came and told it in the city where the old prophet dwelt. And when the prophet that brought him back from the way heard thereof, he said, It is the man of God, who was disobedient unto the word of the Lord: therefore the Lord hath delivered him unto the lion, which hath torn him, and slain him, according to the word of the Lord, which he spake unto him. And he spake to his sons, saying, Saddle me the ass. And they saddled him. And he went and found his carcase cast in the way, and the ass and the lion standing by the carcase: the lion had not eaten the carcase, nor torn the ass. And the prophet took up the carcase of the man of God, and laid it upon the ass, and brought it back: and the old prophet came to the city, to mourn and to bury him. And he laid his carcase in his own grave; and they mourned over him, saying, Alas, my brother! And it came to pass, after he had buried him, that he spake to his sons, saying, When I am dead, then bury me in the sepulchre wherein the man of God is buried; lay my bones beside his bones: For the saying which he cried by the word of the Lord against the altar in Bethel, and against all the houses of the high places which are in the cities of Samaria, shall surely come to pass. 1 Kings 13:11–32.

Και συνέβη, αφού έφαγε άρτο και αφού ήπιε, να σαμαρώσει γι’ αυτόν τον όνο, δηλαδή για τον προφήτη τον οποίο είχε επαναφέρει. Και όταν εκείνος ανεχώρησε, ένας λέων τον συνάντησε στον δρόμο και τον εφόνευσε· και το πτώμα του ήταν ριγμένο στον δρόμο, και ο όνος στεκόταν πλάι του, και ο λέων επίσης στεκόταν πλάι στο πτώμα. Και ιδού, περαστικοί άνθρωποι είδαν το πτώμα ριγμένο στον δρόμο και τον λέοντα να στέκεται πλάι στο πτώμα· και ήλθαν και το ανήγγειλαν στην πόλη όπου κατοικούσε ο γέρων προφήτης. Και όταν ο προφήτης, ο οποίος τον είχε επαναφέρει από τον δρόμο, το άκουσε, είπε· Αυτός είναι ο άνθρωπος του Θεού, ο οποίος παρήκουσε στον λόγο του Κυρίου· γι’ αυτό ο Κύριος τον παρέδωσε στον λέοντα, ο οποίος τον καταξέσχισε και τον εφόνευσε, σύμφωνα με τον λόγο του Κυρίου, τον οποίο του είχε λαλήσει. Και μίλησε προς τους υιούς του, λέγοντας· Σαμαρώστε μου τον όνο. Και εκείνοι τον σαμάρωσαν. Και πήγε και βρήκε το πτώμα του ριγμένο στον δρόμο, και τον όνο και τον λέοντα να στέκονται πλάι στο πτώμα· ο λέων δεν είχε φάει το πτώμα ούτε είχε κατασχίσει τον όνο. Και ο προφήτης σήκωσε το πτώμα του ανθρώπου του Θεού, και το έβαλε επάνω στον όνο, και το έφερε πίσω· και ο γέρων προφήτης ήλθε στην πόλη για να πενθήσει και να τον θάψει. Και έθεσε το πτώμα του στο δικό του μνήμα· και εθρήνησαν γι’ αυτόν, λέγοντας· Αλλοίμονο, αδελφέ μου! Και συνέβη, αφού τον έθαψε, να μιλήσει προς τους υιούς του, λέγοντας· Όταν πεθάνω, τότε θάψτε με στο μνήμα όπου είναι θαμμένος ο άνθρωπος του Θεού· βάλτε τα οστά μου πλάι στα οστά του· διότι ο λόγος τον οποίο εκήρυξε διά του λόγου του Κυρίου εναντίον του θυσιαστηρίου στη Βαιθήλ, και εναντίον όλων των οίκων των υψηλών τόπων που είναι στις πόλεις της Σαμάρειας, εξάπαντος θα εκπληρωθεί. Α΄ Βασιλέων 13:11–32.

We will continue this study in the next article.

Θα συνεχίσουμε αυτή τη μελέτη στο επόμενο άρθρο.

When the power of God testifies as to what is truth, that truth is to stand forever as the truth. No after suppositions contrary to the light God has given are to be entertained. Men will arise with interpretations of Scripture which are to them truth, but which are not truth. The truth for this time God has given us as a foundation for our faith. He Himself has taught us what is truth. One will arise, and still another, with new light, which contradicts the light that God has given under the demonstration of His Holy Spirit. A few are still alive who passed through the experience gained in the establishment of this truth. God has graciously spared their lives to repeat, and repeat till the close of their lives, the experience through which they passed even as did John the apostle till the very close of his life. And the standard bearers who have fallen in death are to speak through the reprinting of their writings. I am instructed that thus their voices are to be heard. They are to bear their testimony as to what constitutes the truth for this time.

«Όταν η δύναμη του Θεού μαρτυρεί ως προς το τι είναι αλήθεια, εκείνη η αλήθεια πρέπει να στέκει αιωνίως ως η αλήθεια. Δεν πρέπει να γίνονται δεκτές μεταγενέστερες υποθέσεις αντίθετες προς το φως που ο Θεός έχει δώσει. Θα εγερθούν άνθρωποι με ερμηνείες της Γραφής, οι οποίες για αυτούς είναι αλήθεια, αλλά δεν είναι αλήθεια. Την αλήθεια για τον παρόντα καιρό ο Θεός μάς την έχει δώσει ως θεμέλιο της πίστης μας. Ο Ίδιος μάς έχει διδάξει τι είναι αλήθεια. Θα εγερθεί ένας, και κατόπιν άλλος, με νέο φως, το οποίο αντιφάσκει προς το φως που ο Θεός έχει δώσει υπό την επιβεβαίωση του Αγίου Του Πνεύματος. Ολίγοι είναι ακόμη ζωντανοί από εκείνους που πέρασαν μέσα από την εμπειρία που αποκτήθηκε κατά την εδραίωση αυτής της αλήθειας. Ο Θεός, με χάρη, διαφύλαξε τη ζωή τους, ώστε να επαναλαμβάνουν, και να επαναλαμβάνουν έως το τέλος της ζωής τους, την εμπειρία μέσα από την οποία διήλθαν, όπως ακριβώς έκανε και ο απόστολος Ιωάννης έως το ίδιο το τέλος της ζωής του. Και οι σημαιοφόροι που έπεσαν στον θάνατο πρόκειται να μιλήσουν μέσω της επανέκδοσης των συγγραμμάτων τους. Διδάσκομαι ότι έτσι πρέπει να ακούγονται οι φωνές τους. Πρέπει να δώσουν τη μαρτυρία τους ως προς το τι συνιστά την αλήθεια για τον παρόντα καιρό.»

We are not to receive the words of those who come with a message that contradicts the special points of our faith. They gather together a mass of Scripture, and pile it as proof around their asserted theories. This has been done over and over again during the past fifty years. And while the Scriptures are God’s word, and are to be respected, the application of them, if such application moves one pillar from the foundation that God has sustained these fifty years, is a great mistake. He who makes such an application knows not the wonderful demonstration of the Holy Spirit that gave power and force to the past messages that have come to the people of God.

«Δεν πρέπει να δεχόμαστε τα λόγια εκείνων που έρχονται με μήνυμα το οποίο αντιφάσκει προς τα ιδιαίτερα σημεία της πίστεώς μας. Συγκεντρώνουν πλήθος χωρίων της Γραφής και τα σωρεύουν ως αποδείξεις γύρω από τις διακηρυγμένες θεωρίες τους. Αυτό έχει γίνει επανειλημμένως κατά τη διάρκεια των τελευταίων πενήντα ετών. Και ενώ οι Γραφές είναι ο λόγος του Θεού και πρέπει να τιμώνται, η εφαρμογή τους, εάν μια τέτοια εφαρμογή μετακινεί έναν στύλο από το θεμέλιο που ο Θεός έχει στηρίξει αυτά τα πενήντα χρόνια, είναι μεγάλο σφάλμα. Εκείνος που κάνει μια τέτοια εφαρμογή δεν γνωρίζει τη θαυμαστή απόδειξη του Αγίου Πνεύματος, η οποία έδωσε δύναμη και ισχύ στα προηγούμενα μηνύματα που έχουν έλθει στον λαό του Θεού.»

“Elder G’s proofs are not reliable. If received, they would destroy the faith of God’s people in the truth that has made us what we are.

«Οι αποδείξεις του πρεσβυτέρου G δεν είναι αξιόπιστες. Αν γίνονταν δεκτές, θα κατέστρεφαν την πίστη του λαού του Θεού στην αλήθεια που μας έχει καταστήσει αυτό που είμαστε.»

“We must be decided on this subject; for the points that he is trying to prove by Scripture, are not sound. They do not prove that the past experience of God’s people was a fallacy. We had the truth; we were directed by the angels of God. It was under the guidance of the Holy Spirit that the presentation of the sanctuary question was given. It is eloquence for everyone to keep silent in regard to the features of our faith in which they acted no part. God never contradicts Himself. Scripture proofs are misapplied if forced to testify to that which is not true. Another and still another will arise and bring in supposedly great light, and make their assertions. But we stand by the old landmarks. [1 John 1:1–10 quoted.]

«Πρέπει να είμεθα απολύτως σταθεροί επί του ζητήματος τούτου· διότι τα σημεία τα οποία προσπαθεί να αποδείξη δια της Γραφής δεν είναι ορθά. Δεν αποδεικνύουν ότι η παρελθούσα εμπειρία του λαού του Θεού υπήρξε πλάνη. Είχομεν την αλήθεια· εκυβερνώμεθα υπό των αγγέλων του Θεού. Υπό την καθοδήγησιν του Αγίου Πνεύματος εδόθη η παρουσίασις του ζητήματος του αγιαστηρίου. Αποτελεί ευγλωττίαν διά πάντας να σιωπώσιν ως προς τα γνωρίσματα της πίστεώς μας, εις τα οποία δεν έλαβον ουδέν μέρος. Ο Θεός ουδέποτε αντιφάσκει προς Εαυτόν. Αι αποδείξεις εκ της Γραφής κακώς εφαρμόζονται, όταν εξαναγκάζωνται να μαρτυρήσουν υπέρ εκείνου το οποίον δεν είναι αληθές. Άλλος και έτι άλλος θα εγερθή και θα εισαγάγη δήθεν μέγα φως και θα προβάλη τους ισχυρισμούς του. Αλλ’ ημείς εμμένομεν εις τα αρχαία ορόσημα. [1 John 1:1–10 quoted.]»

“I am instructed to say that these words we may use as appropriate for this time, for the time has come when sin must be called by its right name. We are hindered in our work by men who are not converted, who seek their own glory. They wish to be thought originators of new theories, which they present claiming that they are truth. But if these theories are received, they will lead to a denial of the truth that for the past fifty years God has been giving to His people, substantiating it by the demonstration of the Holy Spirit.” Selected Messages, book 1, 161.

«Μου έχει δοθεί η εντολή να πω ότι αυτά τα λόγια μπορούμε να τα χρησιμοποιήσουμε ως αρμόζοντα για τον παρόντα καιρό, διότι έχει έλθει ο καιρός κατά τον οποίον η αμαρτία πρέπει να ονομάζεται με το αληθινό της όνομα. Εμποδιζόμαστε στο έργο μας από ανθρώπους που δεν έχουν μεταστραφεί, οι οποίοι επιζητούν τη δική τους δόξα. Επιθυμούν να θεωρούνται εισηγητές νέων θεωριών, τις οποίες παρουσιάζουν ισχυριζόμενοι ότι είναι αλήθεια. Αλλά αν αυτές οι θεωρίες γίνουν αποδεκτές, θα οδηγήσουν σε άρνηση της αλήθειας την οποία επί τα τελευταία πενήντα έτη ο Θεός έδινε στον λαό Του, επικυρώνοντάς την με την επίδειξη του Αγίου Πνεύματος.» Selected Messages, βιβλίο 1, 161.