The Messianic fulfillment's in the book of Matthew include the waymark of the time of the end, the waymark of the message being formalized, two witnesses of the waymark of 9/11, one a witness of the internal message to Laodicea and the other the external message of Islam’s terrorism. It is fitting that the waymark of 9/11 is represented by two of the twelve Messianic fulfillment's in Matthew, for 9/11 includes the message of the second angel, where there is always a doubling. The death of July 18, 2020, was the fifth waymark we considered, and then the voice in the wilderness in July 2023, was the sixth and the resurrection of 2024 was number seven. The eighth Messianic fulfillment is the Midnight Cry.
Οι Μεσσιανικές εκπληρώσεις στο βιβλίο του Ματθαίου περιλαμβάνουν το ορόσημο του καιρού του τέλους, το ορόσημο της τυποποιήσεως του μηνύματος, δύο μάρτυρες του οροσήμου της 11ης Σεπτεμβρίου, ο ένας μάρτυρας του εσωτερικού μηνύματος προς τη Λαοδίκεια και ο άλλος του εξωτερικού μηνύματος της τρομοκρατίας του Ισλάμ. Είναι πρέπον το ορόσημο της 11ης Σεπτεμβρίου να παριστάνεται από δύο εκ των δώδεκα Μεσσιανικών εκπληρώσεων στον Ματθαίο, διότι η 11η Σεπτεμβρίου περιλαμβάνει το μήνυμα του δευτέρου αγγέλου, όπου υπάρχει πάντοτε διπλασιασμός. Ο θάνατος της 18ης Ιουλίου 2020 ήταν το πέμπτο ορόσημο που εξετάσαμε, και έπειτα η φωνή εν τη ερήμω τον Ιούλιο 2023 ήταν το έκτο και η ανάσταση του 2024 ήταν το έβδομο. Η όγδοη Μεσσιανική εκπλήρωση είναι η Κραυγή του Μεσονυκτίου.
The Eighth Messianic Waymark is the Midnight Cry
Το Όγδοο Μεσσιανικό Σημείο Πορείας είναι η Κραυγή του Μεσονυκτίου
All this was done, that it might be fulfilled which was spoken by the prophet, saying, Tell ye the daughter of Sion, Behold, thy King cometh unto thee, meek, and sitting upon an ass, and a colt the foal of an ass. Matthew 21:4, 5.
Τοῦτο δὲ ὅλον ἔγινε, ἵνα πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν διὰ τοῦ προφήτου, λέγοντος· Εἴπατε πρὸς τὴν θυγατέρα τῆς Σιών· Ἰδοὺ, ὁ βασιλεύς σου ἔρχεται πρὸς σέ, πραΰς, καὶ καθήμενος ἐπὶ ὄνου, καὶ πώλου υἱοῦ ὑποζυγίου. Ματθαῖος 21:4, 5.
Prediction
Πρόρρηση
Rejoice greatly, O daughter of Zion; shout, O daughter of Jerusalem: behold, thy King cometh unto thee: he is just, and having salvation; lowly, and riding upon an ass, and upon a colt the foal of an ass. Zechariah 9:9.
Χαίρε σφόδρα, θύγατερ Σιών· αλάλαξον, θύγατερ Ιερουσαλήμ· ιδού, ο Βασιλεύς σου έρχεται προς σε· αυτός είναι δίκαιος και έχων σωτηρίαν· ταπεινός και επιβεβηκώς επί όνου, και επί πώλου υιού υποζυγίου. Ζαχαρίας 9:9.
“Five hundred years before, the Lord had declared by the prophet Zechariah, ‘Rejoice greatly, O daughter of Zion; shout, O daughter of Jerusalem. Behold, thy King cometh unto thee. He is just, and having salvation; lowly, and riding upon an ass, and upon a colt the foal of an ass.’ [Zechariah 9:9.] Had the disciples realized that Christ was going to judgment and to death, they could not have fulfilled this prophecy.
Πεντακόσια χρόνια νωρίτερα, ο Κύριος είχε διακηρύξει διά του προφήτη Ζαχαρία: «Χαίρε σφόδρα, θύγατερ Σιών· αλάλαζε, θύγατερ Ιερουσαλήμ· ιδού, ο Βασιλεύς σου έρχεται προς σε· αυτός είναι δίκαιος και σώζων· ταπεινός, και επιβεβηκώς επί όνου και επί πώλου, υιού υποζυγίου». [Ζαχαρίας 9:9.] Αν οι μαθητές είχαν αντιληφθεί ότι ο Χριστός πορευόταν προς κρίση και προς θάνατο, δεν θα μπορούσαν να εκπληρώσουν αυτή την προφητεία.
“In like manner, Miller and his associates fulfilled prophecy, and gave a message which inspiration had foretold should be given to the world, but which they could not have given had they fully understood the prophecies pointing out their disappointment, and presenting another message to be preached to all nations before the Lord should come. The first and second angels’ messages were given at the right time, and accomplished the work which God designed to accomplish by them.” The Great Controversy, 405.
«Κατά παρόμοιο τρόπο, ο Μίλλερ και οι συνεργάτες του εκπλήρωσαν προφητεία και έδωσαν ένα μήνυμα, το οποίο η θεία έμπνευση είχε προείπει ότι έπρεπε να δοθεί στον κόσμο, αλλά το οποίο δεν θα μπορούσαν να είχαν δώσει, αν είχαν κατανοήσει πλήρως τις προφητείες που υπεδείκνυαν την απογοήτευσή τους και παρουσίαζαν ένα άλλο μήνυμα, που έπρεπε να κηρυχθεί σε όλα τα έθνη προτού έλθει ο Κύριος. Τα μηνύματα του πρώτου και του δευτέρου αγγέλου δόθηκαν στον κατάλληλο καιρό και επιτέλεσαν το έργο που ο Θεός είχε σκοπό να επιτελέσει μέσω αυτών.» Η Μεγάλη Διαμάχη, 405.
The misunderstanding of God’s prophetic Word was involved with the history of Christ’s triumphal entry, and also with the parallel history of the proclamation of the Midnight Cry message in 1844. The one hundred and forty-four thousand are required to understand “the prophecies pointing out their disappointment.” John in Revelation ten is told in advance, that the message of the little book that was going to be sweet in his mouth, would turn bitter.
Η παρανόηση του προφητικού Λόγου του Θεού συνδεόταν με την ιστορία της θριαμβευτικής εισόδου του Χριστού, καθώς και με την παράλληλη ιστορία της διακήρυξης του αγγέλματος της Κραυγής του Μεσονυκτίου το 1844. Οι εκατόν σαράντα τέσσερις χιλιάδες οφείλουν να κατανοήσουν «τις προφητείες που υποδείκνυαν την απογοήτευσή τους». Στον Ιωάννη, στην Αποκάλυψη δέκα, προλέγεται ότι το άγγελμα του μικρού βιβλίου, το οποίο επρόκειτο να είναι γλυκό στο στόμα του, θα γινόταν πικρό.
“We have nothing to fear for the future, except as we shall forget the way the Lord has led us, and His teaching in our past history.” Life Sketches, 196.
«Δεν έχουμε τίποτε να φοβηθούμε για το μέλλον, παρά μόνον εάν λησμονήσουμε τον τρόπο με τον οποίο ο Κύριος μάς οδήγησε και τη διδασκαλία Του στην παρελθούσα ιστορία μας.» Life Sketches, 196.
The “Lord’s leading” in the past is represented among other providential acts, as His hand covering a mistake in the figures, for it was not best for the Millerites to understand their disappointment in advance, any more than it was for the disciples to understand all the elements of their disappointment at the cross. But the history of the proclamation of the Midnight Cry is identified as the very light that leads to heaven, and this is noted in Ellen White’s very first vision. The one hundred and forty-four thousand must understand the disappointments of the disciples and the Millerites. To refuse that light is to fall off the path.
Η «καθοδήγηση του Κυρίου» κατά το παρελθόν παριστάνεται, μεταξύ άλλων πράξεων της θείας πρόνοιας, ως η χείρ Του που κάλυψε ένα σφάλμα στους υπολογισμούς· διότι δεν ήταν το καλύτερο για τους Μιλλεριτές να κατανοήσουν εκ των προτέρων την απογοήτευσή τους, όπως ακριβώς δεν ήταν και για τους μαθητές να κατανοήσουν όλα τα στοιχεία της δικής τους απογοήτευσης στον σταυρό. Αλλά η ιστορία της διακήρυξης της Κραυγής του Μεσονυκτίου ταυτοποιείται ως αυτό καθεαυτό το φως που οδηγεί στον ουρανό, και αυτό επισημαίνεται στο πρώτο κιόλας όραμα της Έλλεν Γουάιτ. Οι εκατόν σαράντα τέσσερις χιλιάδες πρέπει να κατανοήσουν τις απογοητεύσεις των μαθητών και των Μιλλεριτών. Το να απορρίψει κανείς εκείνο το φως σημαίνει να πέσει έξω από την οδό.
“They had a bright light set up behind them at the beginning of the path, which an angel told me was the ‘midnight cry.’ This light shone all along the path, and gave light for their feet, so that they might not stumble.
«Είχαν ένα λαμπρό φως τοποθετημένο πίσω τους, στην αρχή της οδού, το οποίο ένας άγγελος μού είπε ότι ήταν η “κραυγή του μεσονυκτίου”. Το φως αυτό έλαμπε σε όλο το μήκος της οδού και φώτιζε τα βήματά τους, ώστε να μη σκοντάψουν.»
“If they kept their eyes fixed on Jesus, who was just before them, leading them to the city, they were safe. But soon some grew weary, and said the city was a great way off, and they expected to have entered it before. Then Jesus would encourage them by raising His glorious right arm, and from His arm came a light which waved over the advent band, and they shouted ‘Alleluia!’ Others rashly denied the light behind them, and said that it was not God that had led them out so far. The light behind them went out, leaving their feet in perfect darkness, and they stumbled and lost sight of the mark and of Jesus, and fell off the path down into the dark and wicked world below.” Christian Experience and Teachings of Ellen G. White, 57.
«Εάν κρατούσαν τα μάτια τους προσηλωμένα στον Ιησού, ο οποίος ήταν ακριβώς μπροστά τους, οδηγώντας τους προς την πόλη, ήσαν ασφαλείς. Αλλά σύντομα μερικοί αποκάμαναν και έλεγαν ότι η πόλη απείχε πολύ, και ότι ανέμεναν να είχαν ήδη εισέλθει σε αυτήν. Τότε ο Ιησούς τους ενθάρρυνε υψώνοντας τον ένδοξο δεξιό Του βραχίονα, και από τον βραχίονά Του εξερχόταν ένα φως το οποίο κυμάτιζε επάνω από την ομάδα των Αντβεντιστών, και αυτοί αναφώνησαν: “Αλληλούια!” Άλλοι, απερίσκεπτα, αρνήθηκαν το φως που ήταν πίσω τους, και έλεγαν ότι δεν ήταν ο Θεός εκείνος που τους είχε οδηγήσει τόσο μακριά. Το φως πίσω τους έσβησε, αφήνοντας τα πόδια τους σε τέλειο σκοτάδι, και αυτοί σκόνταψαν και έχασαν από τα μάτια τους τον στόχο και τον Ιησού, και έπεσαν από το μονοπάτι κάτω στον σκοτεινό και πονηρό κόσμο που βρισκόταν από κάτω». Christian Experience and Teachings of Ellen G. White, 57.
The eighth waymark is the Midnight Cry as typified by Christ’s triumphal entry into Jerusalem.
Το όγδοο ορόσημο είναι η Κραυγή του Μεσονυκτίου, όπως προτυπώνεται από τη θριαμβευτική είσοδο του Χριστού στα Ιεροσόλυμα.
“The midnight cry was not so much carried by argument, though the Scripture proof was clear and conclusive. There went with it an impelling power that moved the soul. There was no doubt, no questioning. Upon the occasion of Christ’s triumphal entry into Jerusalem, the people who were assembled from all parts of the land to keep the feast, flocked to the Mount of Olives, and as they joined the throng that were escorting Jesus, they caught the inspiration of the hour, and helped to swell the shout, ‘Blessed is he that cometh in the name of the Lord!’ [Matthew 21:9.] In like manner did unbelievers who flocked to the Adventist meetings—some from curiosity, some merely to ridicule—feel the convincing power attending the message, ‘Behold, the Bridegroom cometh!’” Spirit of Prophecy, volume 4, 250, 251.
«Η κραυγή του μεσονυκτίου δεν μεταδιδόταν τόσο με επιχειρήματα, αν και η βιβλική απόδειξη ήταν σαφής και αδιάσειστη. Τη συνόδευε μια εξωθητική δύναμη που συγκινούσε την ψυχή. Δεν υπήρχε αμφιβολία, ούτε αμφισβήτηση. Κατά την περίσταση της θριαμβευτικής εισόδου του Χριστού στην Ιερουσαλήμ, ο λαός, που είχε συγκεντρωθεί από όλα τα μέρη της χώρας για να τηρήσει την εορτή, συνέρρεε στο Όρος των Ελαιών, και καθώς ενώνονταν με το πλήθος που συνόδευε τον Ιησού, συμμερίζονταν την έμπνευση της ώρας και συνέβαλλαν ώστε να δυναμώσει η κραυγή: “Ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου!” [Matthew 21:9.] Κατά παρόμοιο τρόπο και οι άπιστοι, που συνέρρεαν στις Αντβεντιστικές συναθροίσεις — άλλοι από περιέργεια, άλλοι απλώς για να χλευάσουν — αισθάνονταν τη δύναμη της πεποίθησης που συνόδευε το μήνυμα: “Ιδού, ο Νυμφίος έρχεται!”» Spirit of Prophecy, τόμος 4, 250, 251.
To be a wise virgin in the latter days, would of prophetic necessity require that those wise virgins suffer a disappointment, that in turn ushers in the tarrying time of the parable. Without the tarrying time experience you are not a wise or a foolish virgin.
Το να είναι κανείς φρόνιμη παρθένος στις έσχατες ημέρες θα απαιτούσε, από προφητική αναγκαιότητα, οι φρόνιμες εκείνες παρθένοι να υποστούν μια απογοήτευση, η οποία με τη σειρά της εισάγει τον χρόνο της καθυστέρησης της παραβολής. Χωρίς την εμπειρία του χρόνου της καθυστέρησης, δεν είσαι ούτε φρόνιμη ούτε μωρή παρθένος.
“The parable of the ten virgins of Matthew 25 also illustrates the experience of the Adventist people.” The Great Controversy, 393.
«Η παραβολή των δέκα παρθένων του Ματθαίου 25 απεικονίζει επίσης την εμπειρία του Αντβεντιστικού λαού». The Great Controversy, 393.
Either way, the wise virgins of the last days must experience a disappointment that paralleled April 19, 1844, for the experience of the parable is the experience of the one hundred and forty-four thousand, who John in the Revelation identifies as virgins.
Σε κάθε περίπτωση, οι φρόνιμες παρθένες των εσχάτων ημερών πρέπει να βιώσουν μία απογοήτευση που αντιστοιχεί προς την 19η Απριλίου 1844, διότι η εμπειρία της παραβολής είναι η εμπειρία των εκατόν σαράντα τεσσάρων χιλιάδων, τους οποίους ο Ιωάννης στην Αποκάλυψη προσδιορίζει ως παρθένες.
These are they which were not defiled with women; for they are virgins. These are they which follow the Lamb whithersoever he goeth. These were redeemed from among men, being the firstfruits unto God and to the Lamb. Revelation 14:4.
Οὗτοί εἰσιν οἵτινες μετὰ γυναικῶν οὐκ ἐμολύνθησαν· παρθένοι γάρ εἰσιν. Οὗτοί εἰσιν οἱ ἀκολουθοῦντες τῷ Ἀρνίῳ ὅπου ἂν ὑπάγῃ. Οὗτοι ἠγοράσθησαν ἀπὸ τῶν ἀνθρώπων, ἀπαρχὴ τῷ Θεῷ καὶ τῷ Ἀρνίῳ. Ἀποκάλυψις 14:4.
How many parables of Christ are directly and specifically identified as being fulfilled to the very letter? Every parable will be fulfilled to the very letter, but the parable of the ten virgins is specifically set forth as being fulfilled in the past and the future “to the very letter.” It is compared to the third angel that is to remain present truth from 1844 onward until Michael stands up and human probation closes.
Πόσες από τις παραβολές τοῦ Χριστοῦ προσδιορίζονται ἀμέσως καὶ ρητῶς ὡς ἐκπληρούμενες μέχρι καὶ τῆς τελευταίας λεπτομέρειας; Κάθε παραβολή θὰ ἐκπληρωθεῖ μέχρι καὶ τῆς τελευταίας λεπτομέρειας, ἀλλὰ ἡ παραβολὴ τῶν δέκα παρθένων ἐκτίθεται ρητῶς ὡς ἐκπληρωθεῖσα στὸ παρελθὸν καὶ ὡς μέλλουσα νὰ ἐκπληρωθεῖ στὸ μέλλον «μέχρι καὶ τῆς τελευταίας λεπτομέρειας». Συγκρίνεται μὲ τὸ τρίτο ἄγγελμα, τὸ ὁποῖο πρέπει νὰ παραμένει παροῦσα ἀλήθεια ἀπὸ τὸ 1844 καὶ ἐφεξῆς, μέχρις ὅτου ὁ Μιχαὴλ ἐγερθεῖ καὶ ἡ δοκιμασία τοῦ ἀνθρώπου λήξῃ.
“I am often referred to the parable of the ten virgins, five of whom were wise, and five foolish. This parable has been and will be fulfilled to the very letter, for it has a special application to this time, and, like the third angel’s message, has been fulfilled and will continue to be present truth till the close of time.” Review and Herald, August 19, 1890.
«Συχνά παραπέμπομαι στην παραβολή των δέκα παρθένων, από τις οποίες οι πέντε ήσαν φρόνιμες και οι πέντε μωρές. Η παραβολή αυτή έχει εκπληρωθεί και θα εκπληρωθεί κατά γράμμα, διότι έχει ιδιαίτερη εφαρμογή για τον παρόντα καιρό και, όπως το μήνυμα του τρίτου αγγέλου, έχει εκπληρωθεί και θα εξακολουθήσει να είναι παρούσα αλήθεια μέχρι τη λήξη του χρόνου.» Review and Herald, August 19, 1890.
Until the close of time, the parable of the ten virgins is present truth, and the Midnight Cry will be fulfilled again to the very letter.
Μέχρι το τέλος του χρόνου, η παραβολή των δέκα παρθένων αποτελεί παρούσα αλήθεια, και η Κραυγή του Μεσονυκτίου θα εκπληρωθεί εκ νέου κατά γράμμα.
“There is a world lying in wickedness, in deception and delusion, in the very shadow of death,—asleep, asleep. Who are feeling travail of soul to awaken them? What voice can reach them? My mind was carried to the future, when the signal will be given. ‘Behold, the Bridegroom cometh; go ye out to meet him.’ But some will have delayed to obtain the oil for replenishing their lamps, and too late they will find that character, which is represented by the oil, is not transferable.” Review and Herald, February 11, 1896.
«Υπάρχει ένας κόσμος που κείται εν τω πονηρώ, μέσα στην απάτη και την πλάνη, μέσα στην ίδια τη σκιά του θανάτου,—κοιμώμενος, κοιμώμενος. Ποιοι αισθάνονται οδύνη ψυχής για να τους αφυπνίσουν; Ποια φωνή μπορεί να τους φθάσει; Ο νους μου μεταφέρθηκε στο μέλλον, όταν θα δοθεί το σύνθημα. “Ιδού, ο Νυμφίος έρχεται· εξέλθετε εις συνάντησιν αυτού.” Αλλά μερικοί θα έχουν καθυστερήσει να προμηθευτούν το έλαιο για την αναπλήρωση των λαμπάδων τους, και πολύ αργά θα διαπιστώσουν ότι ο χαρακτήρας, ο οποίος παριστάνεται με το έλαιο, δεν είναι μεταβιβάσιμος.» Review and Herald, February 11, 1896.
The Midnight Cry is the next waymark on the horizon in the movement of the one hundred and forty-four thousand. That waymark is accompanied by the persecution that begins against the faithful in advance of the Sunday law. That persecution is external, and internal, and the internal persecution includes two distinct symbols. One of those symbols is Judas, the other the Sanhedrin.
Η Κραυγή του Μεσονυκτίου είναι το επόμενο ορόσημο στον ορίζοντα μέσα στην κίνηση των εκατόν σαράντα τεσσάρων χιλιάδων. Το ορόσημο αυτό συνοδεύεται από τον διωγμό που αρχίζει εναντίον των πιστών πριν από τον νόμο της Κυριακής. Ο διωγμός αυτός είναι εξωτερικός και εσωτερικός, και ο εσωτερικός διωγμός περιλαμβάνει δύο διακριτά σύμβολα. Το ένα από αυτά τα σύμβολα είναι ο Ιούδας, το άλλο το Συνέδριο.
The Ninth Messianic Waymark is the Betrayal for 30 Silver Pieces
Το Ένατο Μεσσιανικό Ορόσημο είναι η Προδοσία έναντι 30 Αργυρίων
Then was fulfilled that which was spoken by Jeremy the prophet, saying, And they took the thirty pieces of silver, the price of him that was valued, whom they of the children of Israel did value; And gave them for the potter’s field, as the Lord appointed me. Matthew 27:9, 10.
Τότε επληρώθη το ρηθέν διά Ιερεμίου του προφήτου, λέγοντος· Και έλαβον τα τριάκοντα αργύρια, την τιμήν του τετιμημένου, τον οποίον ετίμησαν οι υιοί Ισραήλ· Και έδωκαν αυτά διά τον αγρόν του κεραμέως, καθώς διέταξέ με ο Κύριος. Ματθαίος 27:9, 10.
Prediction
Πρόβλεψη
And I said unto them, If ye think good, give me my price; and if not, forbear. So they weighed for my price thirty pieces of silver. And the Lord said unto me, Cast it unto the potter: a goodly price that I was prised at of them. And I took the thirty pieces of silver, and cast them to the potter in the house of the Lord. Zechariah 11:12, 13.
Και είπα προς αυτούς: Εάν το θεωρείτε καλό, δώστε μου τον μισθό μου· εάν όμως όχι, αφήστε το. Και εζύγισαν ως μισθό μου τριάκοντα αργύρια. Και ο Κύριος είπε προς εμέ: Ρίψον αυτά εις τον κεραμέα· λαμπρά τιμή, με την οποία ετιμήθην από αυτούς. Και έλαβα τα τριάκοντα αργύρια και τα έρριψα εις τον κεραμέα, εν τω οίκω του Κυρίου. Ζαχαρίας 11:12, 13.
The betrayal of Judas represents the betrayal of the counterfeit priests, for the number 30 represents the age of the priests. The priests, who are also Levites are purified as gold and silver by the Messenger of the Covenant. Judas’s thirty pieces of silver represents the purging of the false priests at the Sunday law, though Judas died just before the cross, it was still the same day. Judas is not the symbol of the Sanhedrin; he is a symbol of one who was thought to be among the disciples of Christ.
Η προδοσία του Ιούδα αντιπροσωπεύει την προδοσία των πλαστών ιερέων, διότι ο αριθμός 30 αντιπροσωπεύει την ηλικία των ιερέων. Οι ιερείς, οι οποίοι είναι επίσης Λευίτες, καθαρίζονται ως χρυσός και άργυρος από τον Αγγελιοφόρο της Διαθήκης. Τα τριάντα αργύρια του Ιούδα αντιπροσωπεύουν τον εξαγνισμό των ψευδών ιερέων κατά τον νόμο της Κυριακής· μολονότι ο Ιούδας πέθανε ακριβώς πριν από τον σταυρό, ήταν ακόμη η ίδια ημέρα. Ο Ιούδας δεν είναι το σύμβολο του Συνεδρίου· είναι σύμβολο κάποιου που θεωρούνταν ότι ήταν μεταξύ των μαθητών του Χριστού.
As a disciple of Christ, you were a disciple of the anointing of Jesus. The anointing at His baptism changed Jesus’ name unto Jesus Christ, for Christ means—the anointed one. His name then changed, for He was then to confirm the covenant with many for one week, and a premier symbol of covenant relationship is a changed name. Jesus was anointed with power at His baptism. To be a disciple of Christ, meant you were a disciple of His baptism. It was at His baptism that He was anointed with power. The statement by Peter in Matthew 16:18 is known in the Christian theological world as the “Christian Confession.” It is one of the great themes for discussion among theologians and scholars. Generally, a discussion of the theologians and scholars identifies something of no, or perhaps minor importance, but the point remains, that Christianity understands that when Jesus was anointed, He then became the Messiah.
Ως μαθητής τοῦ Χριστοῦ, ἦσουν μαθητής τοῦ χρίσματος τοῦ Ἰησοῦ. Τὸ χρίσμα κατὰ τὸ βάπτισμά Του μετέβαλε τὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ εἰς Ἰησοῦν Χριστόν, διότι Χριστός σημαίνει—ὁ κεχρισμένος. Τότε τὸ ὄνομά Του μετεβλήθη, διότι τότε ἔμελλε νὰ βεβαιώσῃ τὴν διαθήκην μετὰ πολλῶν διὰ μίαν ἑβδομάδα, καὶ ἕνα κατεξοχὴν σύμβολο σχέσεως διαθήκης εἶναι τὸ ἀλλαγμένο ὄνομα. Ὁ Ἰησοῦς ἐχρίσθη μετὰ δυνάμεως κατὰ τὸ βάπτισμά Του. Τὸ νὰ εἶναι κανείς μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ ἐσήμαινε ὅτι ἦταν μαθητὴς τοῦ βαπτίσματός Του. Κατὰ τὸ βάπτισμά Του ἐχρίσθη μετὰ δυνάμεως. Ἡ δήλωσις τοῦ Πέτρου στὸ Ματθαῖον 16:18 εἶναι γνωστὴ στὸν χριστιανικὸ θεολογικὸ κόσμο ὡς ἡ «Χριστιανικὴ Ὁμολογία». Ἀποτελεῖ ἕνα ἀπὸ τὰ μεγάλα θέματα συζητήσεως μεταξὺ θεολόγων καὶ λογίων. Γενικῶς, μία συζήτησις θεολόγων καὶ λογίων ἀναδεικνύει κάτι ἄνευ οὐδεμιᾶς, ἢ ἴσως ἐλάσσονος σημασίας· ὅμως τὸ ζητούμενον παραμένει, ὅτι ὁ Χριστιανισμὸς κατανοεῖ ὅτι, ὅταν ὁ Ἰησοῦς ἐχρίσθη, τότε ἔγινε ὁ Μεσσίας.
He saith unto them, But whom say ye that I am? And Simon Peter answered and said, Thou art the Christ, the Son of the living God. Matthew 16:15, 16.
Λέγει προς αυτούς· Σεις όμως, τίνα με λέγετε ότι είμαι; Και αποκριθείς ο Σίμων Πέτρος είπε· Συ είσαι ο Χριστός, ο Υιός του ζώντος Θεού. Κατά Ματθαίον 16:15, 16.
Peter’s original name conveyed that very truth, for Simon Barjona means “one who hears the message of the dove,” which was the message of His baptism. His baptism aligns with 9/11, and Judas represents those who at some point professed an understanding of 9/11, but lose their way along the path. Judas is not a symbol of the Sanhedrin, for they represent the Laodicean Seventh-day Adventist church. Judas provided a witness for the Sanhedrin, but the symbolism of the Sanhedrin’s rebellion is different than the rebellion of Judas. The Sanhedrin’s rebellion is expressed in the following dream.
Το αρχικό όνομα του Πέτρου μετέδιδε ακριβώς εκείνη την αλήθεια, διότι το Σίμων Βαριωνᾶ σημαίνει «εκείνος που ακούει το μήνυμα της περιστεράς», το οποίο ήταν το μήνυμα του βαπτίσματός Του. Το βάπτισμά Του αντιστοιχεί με το 9/11, και ο Ιούδας εκπροσωπεί εκείνους που, σε κάποια στιγμή, ομολόγησαν ότι κατανοούσαν το 9/11, αλλά χάνουν τον δρόμο τους κατά την πορεία. Ο Ιούδας δεν είναι σύμβολο του Σανχεδρίνου, διότι εκείνοι εκπροσωπούν τη Λαοδικειακή Εκκλησία των Αντβεντιστών της Εβδόμης Ημέρας. Ο Ιούδας παρείχε μαρτυρία για το Σανχέδρινο, αλλά ο συμβολισμός της ανταρσίας του Σανχεδρίνου είναι διαφορετικός από την ανταρσία του Ιούδα. Η ανταρσία του Σανχεδρίνου εκφράζεται στο ακόλουθο όνειρο.
“I gathered up my writings, and we started on our journey. On the way we held two meetings in Orange and had evidence that the church was profited and encouraged. We were ourselves refreshed by the Spirit of the Lord. That night I dreamed that I was in Battle Creek looking out from the side glass at the door and saw a company marching up to the house, two and two. They looked stern and determined. I knew them well and turned to open the parlor door to receive them, but thought I would look again. The scene was changed. The company now presented the appearance of a Catholic procession. One bore in his hand a cross, another a reed. And as they approached, the one carrying a reed made a circle around the house, saying three times: ‘This house is proscribed. The goods must be confiscated. They have spoken against our holy order.’ Terror seized me, and I ran through the house, out of the north door, and found myself in the midst of a company, some of whom I knew, but I dared not speak a word to them for fear of being betrayed. I tried to seek a retired spot where I might weep and pray without meeting eager, inquisitive eyes wherever I turned. I repeated frequently: ‘If I could only understand this! If they will tell me what I have said or what I have done!’
«Συνάθροισα τα γραπτά μου και ξεκινήσαμε το ταξίδι μας. Καθ’ οδόν πραγματοποιήσαμε δύο συναθροίσεις στο Orange και είχαμε αποδείξεις ότι η εκκλησία ωφελήθηκε και ενθαρρύνθηκε. Και εμείς οι ίδιοι αναζωογονηθήκαμε από το Πνεύμα του Κυρίου. Εκείνη τη νύχτα ονειρεύθηκα ότι βρισκόμουν στο Battle Creek, κοιτάζοντας από το πλευρικό τζάμι της θύρας, και είδα μια ομάδα να ανηφορίζει προς το σπίτι, ανά δύο. Έδειχναν αυστηροί και αποφασισμένοι. Τους γνώριζα καλά και στράφηκα να ανοίξω την πόρτα του σαλονιού για να τους δεχθώ, αλλά σκέφθηκα να ξανακοιτάξω. Η σκηνή είχε αλλάξει. Η ομάδα τώρα παρουσίαζε την όψη καθολικής πομπής. Ένας κρατούσε στο χέρι του έναν σταυρό, άλλος ένα καλάμι. Και καθώς πλησίαζαν, εκείνος που κρατούσε το καλάμι έκανε έναν κύκλο γύρω από το σπίτι, λέγοντας τρεις φορές: “Το σπίτι αυτό έχει τεθεί υπό απαγόρευση. Τα υπάρχοντα πρέπει να δημευθούν. Έχουν μιλήσει εναντίον του αγίου μας τάγματος.” Τρόμος με κατέλαβε, και έτρεξα διαμέσου του σπιτιού, έξω από τη βόρεια θύρα, και βρέθηκα ανάμεσα σε ένα πλήθος, μερικούς από τους οποίους γνώριζα, αλλά δεν τολμούσα να τους πω ούτε μία λέξη, από φόβο μήπως προδοθώ. Προσπάθησα να αναζητήσω έναν απόμερο τόπο, όπου θα μπορούσα να κλάψω και να προσευχηθώ χωρίς να συναντώ πρόθυμα, εξεταστικά βλέμματα όπου κι αν στρεφόμουν. Επαναλάμβανα συχνά: “Αν μπορούσα μόνο να το καταλάβω αυτό! Αν μου έλεγαν τι είναι εκείνο που είπα ή τι είναι εκείνο που έκανα!”»
“I wept and prayed much as I saw our goods confiscated. I tried to read sympathy or pity for me in the looks of those around me, and marked the countenances of several whom I thought would speak to me and comfort me if they did not fear that they would be observed by others. I made one attempt to escape from the crowd, but seeing that I was watched, I concealed my intentions. I commenced weeping aloud, and saying: ‘If they would only tell me what I have done or what I have said!’ My husband, who was sleeping in a bed in the same room, heard me weeping aloud and awoke me. My pillow was wet with tears, and a sad depression of spirits was upon me.” Testimonies, volume 1, 577, 578.
«Έκλαψα και προσευχήθηκα πολύ καθώς έβλεπα τα υπάρχοντά μας να δημεύονται. Προσπάθησα να διακρίνω συμπάθεια ή οίκτο για μένα στα βλέμματα εκείνων που με περιέβαλλαν, και παρατήρησα τις εκφράσεις αρκετών, για τους οποίους νόμιζα ότι θα μου μιλούσαν και θα με παρηγορούσαν, αν δεν φοβούνταν μήπως τους παρατηρήσουν οι άλλοι. Έκανα μία απόπειρα να διαφύγω από το πλήθος, αλλά, βλέποντας ότι με παρακολουθούσαν, απέκρυψα τις προθέσεις μου. Άρχισα να κλαίω δυνατά και να λέω: “Αν μόνο μου έλεγαν τι έχω κάνει ή τι έχω πει!” Ο σύζυγός μου, που κοιμόταν σε ένα κρεβάτι στο ίδιο δωμάτιο, με άκουσε να κλαίω δυνατά και με ξύπνησε. Το μαξιλάρι μου ήταν βρεγμένο από δάκρυα, και μία θλιβερή κατάθλιψη του πνεύματος με είχε κυριεύσει.» Testimonies, volume 1, 577, 578.
Applying the principle that the prophets speak more about the latter days than the days in which they lived, raises a very solemn question for the leaders of the Seventh-day Adventist church. Sister White “gathered up” her “writings” and began a return journey to Battle Creek. Battle Creek was then the heart of the work, as is Tacoma Park today, or Jerusalem in the days of Christ. She gathered up her writings for the trip, after she set forth a struggle she had been having concerning her writings. The context of her dream is about her writings. The struggle took place in the town of Wright.
Η εφαρμογή της αρχής ότι οι προφήτες ομιλούν περισσότερο περί των εσχάτων ημερών παρά περί των ημερών κατά τας οποίας έζησαν, εγείρει ένα πολύ σοβαρό ερώτημα για τους ηγέτες της Εκκλησίας των Αντβεντιστών της Εβδόμης Ημέρας. Η Αδελφή White «συνάθροισε» τα «γραπτά» της και άρχισε την επιστροφή της στο Battle Creek. Το Battle Creek ήταν τότε η καρδιά του έργου, όπως είναι σήμερα το Tacoma Park, ή όπως ήταν η Ιερουσαλήμ κατά τις ημέρες του Χριστού. Συνάθροισε τα γραπτά της για το ταξίδι, αφού προηγουμένως εξέθεσε έναν αγώνα που είχε σχετικά με τα γραπτά της. Το συμφραζόμενο του ονείρου της αφορά τα γραπτά της. Ο αγώνας έλαβε χώρα στην πόλη του Wright.
“While in Wright we had sent my manuscript for No. 11 to the office of publication, and I was improving almost every moment when out of meeting in writing out matter for No. 12. My energies, both physical and mental, had been severely taxed while laboring for the church in Wright. I felt that I should have rest, but could see no opportunity for relief. I was speaking to the people several times a week, and writing many pages of personal testimonies. The burden of souls was upon me, and the responsibilities I felt were so great that I could obtain but a few hours of sleep each night.
«Ενώ βρισκόμασταν στο Ράιτ, είχαμε αποστείλει το χειρόγραφό μου για το υπ’ αριθ. 11 στο εκδοτικό γραφείο, και σχεδόν κάθε στιγμή που δεν βρισκόμουν σε συνάθροιση τη χρησιμοποιούσα, ενώ η κατάστασή μου βελτιωνόταν, για να καταγράψω ύλη για το υπ’ αριθ. 12. Οι δυνάμεις μου, τόσο οι σωματικές όσο και οι διανοητικές, είχαν καταπονηθεί σφοδρά καθώς εργαζόμουν για την εκκλησία στο Ράιτ. Αισθανόμουν ότι έπρεπε να αναπαυθώ, αλλά δεν μπορούσα να διακρίνω καμία ευκαιρία για ανακούφιση. Μιλούσα προς τον λαό αρκετές φορές την εβδομάδα και έγραφα πολλές σελίδες προσωπικών μαρτυριών. Το βάρος των ψυχών ήταν επάνω μου, και οι ευθύνες που αισθανόμουν ήταν τόσο μεγάλες, ώστε μπορούσα να εξασφαλίζω μόνο λίγες ώρες ύπνου κάθε νύχτα.»
“While thus laboring in speaking and writing, I received letters of a discouraging character from Battle Creek. As I read them I felt an inexpressible depression of spirits, amounting to agony of mind, which seemed for a short period to palsy my vital energies. For three nights I scarcely slept at all. My thoughts were troubled and perplexed. I concealed my feelings as well as I could from my husband and the sympathizing family with whom we were. None knew my labor or burden of mind as I united with the family in morning and evening devotion, and sought to lay my burden upon the great Burden Bearer. But my petitions came from a heart wrung with anguish, and my prayers were broken and disconnected because of uncontrollable grief. The blood rushed to my brain, frequently causing me to reel and nearly fall. I had the nosebleed often, especially after making an effort to write. I was compelled to lay aside my writing, but could not throw off the burden of anxiety and responsibility upon me, as I realized that I had testimonies for others which I was unable to present to them.
«Καθώς έτσι εργαζόμουν με ομιλία και γραφή, έλαβα επιστολές αποθαρρυντικού χαρακτήρα από το Battle Creek. Καθώς τις διάβαζα, αισθανόμουν μια ανέκφραστη κατάπτωση του πνεύματος, που έφθανε σε αγωνία ψυχής, η οποία φαινόταν, για σύντομο διάστημα, να παραλύει τις ζωτικές μου δυνάμεις. Επί τρεις νύχτες δεν κοιμήθηκα σχεδόν καθόλου. Οι σκέψεις μου ήταν ταραγμένες και συγκεχυμένες. Απέκρυπτα τα αισθήματά μου όσο μπορούσα από τον σύζυγό μου και από τη συμπονετική οικογένεια με την οποία βρισκόμασταν. Κανείς δεν γνώριζε τον κόπο μου ή το βάρος της ψυχής μου, καθώς ενωνόμουν με την οικογένεια στην πρωινή και βραδινή λατρεία και επιζητούσα να αποθέσω το φορτίο μου επάνω στον μεγάλο Βαστάζοντα τα βάρη. Αλλά οι δεήσεις μου προέρχονταν από καρδιά συντετριμμένη από αγωνία, και οι προσευχές μου ήταν διακεκομμένες και ασύνδετες εξαιτίας ανεξέλεγκτης θλίψεως. Το αίμα ανέβαινε ορμητικά στον εγκέφαλό μου, προκαλώντας μου συχνά ζάλη και παραλίγο να πέσω. Συχνά αιμορραγούσα από τη μύτη, ιδιαίτερα αφού κατέβαλλα προσπάθεια να γράψω. Αναγκαζόμουν να αφήσω κατά μέρος το γράψιμό μου, αλλά δεν μπορούσα να αποτινάξω από πάνω μου το βάρος της ανησυχίας και της ευθύνης που με βάραινε, καθώς αντιλαμβανόμουν ότι είχα μαρτυρίες για άλλους, τις οποίες αδυνατούσα να τους παρουσιάσω.»
“I received still another letter, informing me that it was thought best to defer the publication of No. 11 until I could write out that which I had been shown in regard to the Health Institute, as those in charge of that enterprise stood in great want of means and needed the influence of my testimony to move the brethren. I then wrote out a portion of that which was shown me in regard to the Institute, but could not get out the entire subject because of pressure of blood to the brain. Had I thought that No. 12 would be so long delayed, I should not in any case have sent that portion of the matter contained in No. 11. I supposed that after resting a few days I could again resume my writing. But to my great grief I found that the condition of my brain made it impossible for me to write. The idea of writing testimonies, either general or personal, was given up, and I was in continual distress because I could not write them.
«Ἔλαβα ἔτι μίαν ἐπιστολήν, δι’ ἧς με ἐπληροφόρουν ὅτι ἐθεωρεῖτο προτιμότερον νὰ ἀναβληθῇ ἡ δημοσίευσις τοῦ ἀριθ. 11, ἕως ὅτου δυνηθῶ νὰ καταγράψω ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα μοὶ εἶχον δειχθῇ ἀναφορικῶς πρὸς τὸ Ἰνστιτοῦτον Ὑγείας, καθότι οἱ ὑπεύθυνοι τοῦ ἐγχειρήματος ἐκείνου εὑρίσκοντο εἰς μεγάλην ἔνδειαν μέσων καὶ εἶχον ἀνάγκην τῆς ἐπιρροῆς τῆς μαρτυρίας μου, ἵνα κινηθῶσιν οἱ ἀδελφοί. Τότε κατέγραψα μέρος ἐκείνων ποὺ μοὶ εἶχον δειχθῇ σχετικῶς πρὸς τὸ Ἰνστιτοῦτον, ἀλλ’ οὐκ ἠδυνήθην νὰ ἐκθέσω ὁλόκληρον τὸ θέμα, ἐξ αἰτίας πιέσεως τοῦ αἵματος πρὸς τὸν ἐγκέφαλον. Ἐὰν εἶχον νομίσει ὅτι τὸ ἀριθ. 12 θὰ ἐκαθυστερεῖτο τόσον πολύ, οὐδαμῶς θὰ εἶχον ἀποστείλει ἐκεῖνο τὸ μέρος τῆς ὕλης ποὺ περιέχεται εἰς τὸ ἀριθ. 11. Ὑπέθετα ὅτι, ἀφού ἀναπαυθῶ ὀλίγας ἡμέρας, θὰ ἠδυνάμην πάλιν νὰ συνεχίσω τὴν συγγραφήν μου. Ἀλλὰ πρὸς μεγάλην μου θλίψιν διεπίστωσα ὅτι ἡ κατάστασις τοῦ ἐγκεφάλου μου καθιστοῦσε ἀδύνατον δι’ ἐμέ νὰ γράψω. Ἡ ἰδέα τοῦ νὰ γράφω μαρτυρίας, εἴτε γενικὰς εἴτε προσωπικάς, ἐγκατελείφθη, καὶ εὑρισκόμην εἰς συνεχή ἀγωνίαν, διότι δὲν ἠδυνόμην νὰ τὰς γράφω.»
“In this state of things it was decided that we would return to Battle Creek and there remain while the roads were in a muddy, broken-up condition, and that I would there complete No. 12. My husband was very anxious to see his brethren at Battle Creek and speak to them and rejoice with them in the work which God was doing for him. I gathered up my writings, and we started on our journey. …” Testimonies, volume 1, 576, 577.
«Μέσα σε αυτή την κατάσταση των πραγμάτων αποφασίστηκε να επιστρέψουμε στο Battle Creek και να παραμείνουμε εκεί όσο οι δρόμοι βρίσκονταν σε λασπώδη, κατεστραμμένη κατάσταση, και εγώ να ολοκληρώσω εκεί το υπ’ αριθ. 12. Ο σύζυγός μου επιθυμούσε πολύ να δει τους αδελφούς του στο Battle Creek και να τους μιλήσει και να χαρεί μαζί τους για το έργο που ο Θεός έκανε γι’ αυτόν. Συγκέντρωσα τα γραπτά μου, και ξεκινήσαμε το ταξίδι μας. …» Testimonies, τόμος 1, 576, 577.
In the latter days, the leadership of the Seventh-day Adventist church, represented as Battle Creek and those she “knew well,” changed into a Catholic procession. The leadership of the Seventh-day Adventist church changed into a Catholic procession. In the dream they came “two by two,” one with a reed, another with a cross. They drew a circle around the house and proclaimed three times, “This house is proscribed. The goods must be confiscated. They have spoken against our holy order.” What are the “goods” in the “house” which the Catholic leaders of Battle Creek “confiscated?” What “holy order” of the Catholic church was “spoken against?”
Κατά τις έσχατες ημέρες, η ηγεσία της Εκκλησίας των Αντβεντιστών της Εβδόμης Ημέρας, η οποία παριστάνεται ως το Battle Creek και εκείνοι που εκείνη «γνώριζε καλά», μεταβλήθηκε σε καθολική πομπή. Η ηγεσία της Εκκλησίας των Αντβεντιστών της Εβδόμης Ημέρας μεταβλήθηκε σε καθολική πομπή. Στο όνειρο ήλθαν «δύο δύο», ο ένας με κάλαμο, ο άλλος με σταυρό. Έχασσαν κύκλο γύρω από την οικία και διακήρυξαν τρεις φορές: «Η οικία αυτή είναι απηγορευμένη. Τα αγαθά πρέπει να δημευθούν. Ελάλησαν εναντίον της αγίας μας τάξεως.» Ποια είναι τα «αγαθά» μέσα στην «οικία», τα οποία οι καθολικοί ηγέτες του Battle Creek «δήμευσαν»; Ποια «αγία τάξη» της καθολικής εκκλησίας ήταν εκείνη εναντίον της οποίας «ελάλησαν»;
More directly the question might be, “what order of Catholicism led out in the inquisition?” The inquisition began with the order of Dominicans, before the Jesuits arrived in history, but once involved they became the order that championed the cruelty and bloodshed.
Πιο άμεσα, το ερώτημα θα μπορούσε να είναι: «ποιο τάγμα του Καθολικισμού πρωτοστάτησε στην Ιερά Εξέταση;» Η Ιερά Εξέταση άρχισε με το τάγμα των Δομινικανών, πριν εμφανισθούν στην ιστορία οι Ιησουίτες, αλλά, μόλις ενεπλάκησαν, έγιναν το τάγμα που πρωτοστάτησε στη σκληρότητα και την αιματοχυσία.
“Throughout Christendom, Protestantism was menaced by formidable foes. The first triumphs of the Reformation past, Rome summoned new forces, hoping to accomplish its destruction. At this time the order of the Jesuits was created, the most cruel, unscrupulous, and powerful of all the champions of popery. Cut off from earthly ties and human interests, dead to the claims of natural affection, reason and conscience wholly silenced, they knew no rule, no tie, but that of their order, and no duty but to extend its power. The gospel of Christ had enabled its adherents to meet danger and endure suffering, undismayed by cold, hunger, toil, and poverty, to uphold the banner of truth in face of the rack, the dungeon, and the stake. To combat these forces, Jesuitism inspired its followers with a fanaticism that enabled them to endure like dangers, and to oppose to the power of truth all the weapons of deception. There was no crime too great for them to commit, no deception too base for them to practice, no disguise too difficult for them to assume. Vowed to perpetual poverty and humility, it was their studied aim to secure wealth and power, to be devoted to the overthrow of Protestantism, and the re-establishment of the papal supremacy.
Σε όλη τη Χριστιανοσύνη, ο Προτεσταντισμός απειλείτο από φοβερούς εχθρούς. Αφού είχαν παρέλθει οι πρώτοι θρίαμβοι της Μεταρρύθμισης, η Ρώμη επιστράτευσε νέες δυνάμεις, ελπίζοντας να επιτύχει την καταστροφή της. Κατά τον καιρό αυτό ιδρύθηκε το τάγμα των Ιησουιτών, το πλέον σκληρό, αδίστακτο και ισχυρό από όλα τα υπέρμαχα σώματα του παπισμού. Αποκομμένοι από γήινους δεσμούς και ανθρώπινα συμφέροντα, νεκροί προς τις αξιώσεις της φυσικής στοργής, με τη λογική και τη συνείδηση εντελώς αποσιωπημένες, δεν αναγνώριζαν κανέναν κανόνα, κανέναν δεσμό, παρά μόνον εκείνον του τάγματός τους, και κανένα καθήκον, παρά μόνον την επέκταση της ισχύος του. Το ευαγγέλιο του Χριστού είχε καταστήσει τους οπαδούς του ικανούς να αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο και να υπομένουν τα παθήματα, χωρίς να κάμπτονται από το ψύχος, την πείνα, τον μόχθο και τη φτώχεια, για να υψώνουν τη σημαία της αληθείας απέναντι στο βασανιστήριο, το δεσμωτήριο και την πυρά. Για να αντιπαλαύσει τις δυνάμεις αυτές, ο Ιησουιτισμός ενέπνευσε στους οπαδούς του έναν φανατισμό που τους καθιστούσε ικανούς να υπομένουν παρόμοιους κινδύνους και να αντιτάσσουν στη δύναμη της αληθείας όλα τα όπλα της απάτης. Δεν υπήρχε έγκλημα υπερβολικά μεγάλο για να το διαπράξουν, καμιά εξαπάτηση υπερβολικά ποταπή για να τη θέσουν σε πράξη, καμιά μεταμφίεση υπερβολικά δύσκολη για να την αναλάβουν. Δεσμευμένοι με όρκο σε διαρκή πτωχεία και ταπεινοφροσύνη, επιδίωκαν με μελετημένη πρόθεση να εξασφαλίσουν πλούτο και εξουσία, να αφοσιωθούν στην ανατροπή του Προτεσταντισμού και στην αποκατάσταση της παπικής υπεροχής.
“When appearing as members of their order, they wore a garb of sanctity, visiting prisons and hospitals, ministering to the sick and the poor, professing to have renounced the world, and bearing the sacred name of Jesus, who went about doing good. But under this blameless exterior the most criminal and deadly purposes were often concealed. It was a fundamental principle of the order that the end justifies the means. By this code, lying, theft, perjury, assassination, were not only pardonable but commendable, when they served the interests of the church. Under various disguises the Jesuits worked their way into offices of state, climbing up to be the counselors of kings, and shaping the policy of nations. They became servants to act as spies upon their masters. They established colleges for the sons of princes and nobles, and schools for the common people; and the children of Protestant parents were drawn into an observance of popish rites. All the outward pomp and display of the Romish worship was brought to bear to confuse the mind and dazzle and captivate the imagination, and thus the liberty for which the fathers had toiled and bled was betrayed by the sons. The Jesuits rapidly spread themselves over Europe, and wherever they went, there followed a revival of popery.
«Όταν εμφανίζονταν ως μέλη του τάγματός τους, έφεραν ένδυμα αγιότητας, επισκεπτόμενοι φυλακές και νοσοκομεία, διακονώντας τους ασθενείς και τους πτωχούς, ομολογώντας ότι είχαν απαρνηθεί τον κόσμο, και φέροντας το ιερό όνομα του Ιησού, ο οποίος διήρχετο ευεργετών. Αλλά κάτω από αυτή την άμεμπτη εξωτερική εμφάνιση συχνά αποκρύπτονταν οι πλέον εγκληματικοί και θανατηφόροι σκοποί. Ήταν θεμελιώδης αρχή του τάγματος ότι ο σκοπός αγιάζει τα μέσα. Κατά τον κώδικα αυτόν, το ψεύδος, η κλοπή, η επιορκία, η δολοφονία, όχι μόνο συγχωρούνταν αλλά και επαινούνταν, όταν εξυπηρετούσαν τα συμφέροντα της εκκλησίας. Υπό ποικίλες μεταμφιέσεις οι Ιησουίτες διείσδυαν σε κρατικά αξιώματα, ανερχόμενοι ώστε να γίνουν σύμβουλοι βασιλέων και να διαμορφώνουν την πολιτική των εθνών. Έγιναν υπηρέτες, για να ενεργούν ως κατάσκοποι εναντίον των κυρίων τους. Ίδρυσαν κολέγια για τους υιούς πριγκίπων και ευγενών, και σχολεία για τον κοινό λαό· και τα παιδιά προτεσταντών γονέων παρασύρονταν στην τήρηση παπικών τελετουργιών. Όλη η εξωτερική πομπή και επίδειξη της ρωμαιοκαθολικής λατρείας επιστρατεύθηκε για να συγχύσει τον νου και να θαμπώσει και να αιχμαλωτίσει τη φαντασία, και έτσι η ελευθερία για την οποία οι πατέρες είχαν μοχθήσει και ματώσει προδόθηκε από τους υιούς. Οι Ιησουίτες εξαπλώθηκαν ταχέως σε όλη την Ευρώπη, και όπου κι αν πήγαιναν, ακολουθούσε αναβίωση του παπισμού.»
“To give them greater power, a bull was issued re-establishing the inquisition. Notwithstanding the general abhorrence with which it was regarded, even in Catholic countries, this terrible tribunal was again set up by popish rulers, and atrocities too terrible to bear the light of day were repeated in its secret dungeons. In many countries, thousands upon thousands of the very flower of the nation, the purest and noblest, the most intellectual and highly educated, pious and devoted pastors, industrious and patriotic citizens, brilliant scholars, talented artists, skillful artisans, were slain or forced to flee to other lands.
«Για να τους δοθεί μεγαλύτερη εξουσία, εκδόθηκε παπική βούλα που επανίδρυε την Ιερά Εξέταση. Παρά τη γενική αποστροφή με την οποία αντιμετωπιζόταν, ακόμη και στις καθολικές χώρες, αυτό το φοβερό δικαστήριο στήθηκε και πάλι από παπικούς άρχοντες, και θηριωδίες υπερβολικά φρικτές για να αντέξουν το φως της ημέρας επαναλήφθηκαν στα μυστικά του μπουντρούμια. Σε πολλές χώρες, χιλιάδες επί χιλιάδων από τον εκλεκτό ανθό του έθνους, οι αγνότεροι και ευγενέστεροι, οι πλέον διανοούμενοι και υψηλά μορφωμένοι, ευσεβείς και αφοσιωμένοι ποιμένες, φιλοπόνιοι και πατριώτες πολίτες, λαμπροί λόγιοι, ταλαντούχοι καλλιτέχνες, επιδέξιοι τεχνίτες, θανατώθηκαν ή εξαναγκάστηκαν να διαφύγουν σε άλλες χώρες.»
“Such were the means which Rome had invoked to quench the light of the Reformation, to withdraw from men the Bible, and to restore the ignorance and superstition of the Dark Ages. But under God’s blessing and the labors of those noble men whom He had raised up to succeed Luther, Protestantism was not overthrown. Not to the favor or arms of princes was it to owe its strength. The smallest countries, the humblest and least powerful nations, became its strongholds. It was little Geneva in the midst of mighty foes plotting her destruction; it was Holland on her sandbanks by the northern sea, wrestling against the tyranny of Spain, then the greatest and most opulent of kingdoms; it was bleak, sterile Sweden, that gained victories for the Reformation.” The Great Controversy, 234, 235.
«Τέτοια ήταν τα μέσα που είχε επικαλεσθεί η Ρώμη για να σβήσει το φως της Μεταρρυθμίσεως, να αφαιρέσει από τους ανθρώπους τη Βίβλο και να επαναφέρει την άγνοια και τη δεισιδαιμονία των Σκοτεινών Αιώνων. Αλλά, κάτω από την ευλογία του Θεού και χάρη στους μόχθους εκείνων των ευγενών ανδρών, τους οποίους Αυτός είχε αναδείξει για να διαδεχθούν τον Λούθηρο, ο Προτεσταντισμός δεν κατεβλήθη. Δεν επρόκειτο να οφείλει τη δύναμή του στην εύνοια ή στα όπλα των ηγεμόνων. Οι μικρότερες χώρες, τα ταπεινότερα και λιγότερο ισχυρά έθνη, έγιναν τα οχυρά του. Ήταν η μικρή Γενεύη εν μέσω ισχυρών εχθρών που συνωμοτούσαν για την καταστροφή της· ήταν η Ολλανδία επάνω στις αμμώδεις όχθες της πλάι στη βόρεια θάλασσα, αγωνιζόμενη εναντίον της τυραννίας της Ισπανίας, τότε του μεγαλύτερου και πλουσιότερου των βασιλείων· ήταν η ψυχρή, άγονη Σουηδία, που κέρδισε νίκες για τη Μεταρρύθμιση». Η Μεγάλη Διαμάχη, 234, 235.
The Catholic church did all they could to hide the Bible from men, by claiming their pagan traditions and customs are above God’s Word. The leaders of Laodicean Adventism will not take dissenters to court over the writings of Ellen White, but Catholics professing to be the leaders of Battle Creek will. The very essence of the beast of Catholicism is employing secular power to accomplish religious purposes. When Adventism sought the legal secular power to manage its institutions, the fruits of their ”holy order” can be seen.
Η Καθολική Εκκλησία έκανε ό,τι μπορούσε για να αποκρύψει τη Βίβλο από τους ανθρώπους, ισχυριζόμενη ότι οι ειδωλολατρικές της παραδόσεις και συνήθειες είναι υπεράνω του Λόγου του Θεού. Οι ηγέτες του Λαοδικειανού Αντβεντισμού δεν θα οδηγήσουν τους διαφωνούντες στα δικαστήρια εξαιτίας των γραπτών της Ellen White, αλλά οι Καθολικοί που ομολογούν ότι είναι οι ηγέτες του Battle Creek θα το πράξουν. Η ίδια η ουσία του θηρίου του Καθολικισμού είναι η χρησιμοποίηση της κοσμικής εξουσίας για την επίτευξη θρησκευτικών σκοπών. Όταν ο Αντβεντισμός επιζήτησε τη νομική, κοσμική εξουσία για να διαχειριστεί τα ιδρύματά του, οι καρποί της «αγίας τάξεώς» τους μπορούν να ιδωθούν.
In the context of the Spanish Inquisitions auto-da-fé (act of faith) ceremonies, the reed and cross appear as symbolic elements tied to Christ’s crucifixion. The reed refers to the mock scepter placed in Jesus’ hand during his crowning with thorns, used by Roman soldiers to strike him, symbolizing mockery, suffering, and scorn.
Στο πλαίσιο των τελετών auto-da-fé (πράξη πίστεως) της Ισπανικής Ιεράς Εξέτασης, ο κάλαμος και ο σταυρός εμφανίζονται ως συμβολικά στοιχεία συνδεδεμένα με τη σταύρωση του Χριστού. Ο κάλαμος αναφέρεται στο χλευαστικό σκήπτρο που τοποθετήθηκε στο χέρι του Ιησού κατά τη στέψή του με αγκάθινο στέφανο, το οποίο χρησιμοποιήθηκε από Ρωμαίους στρατιώτες για να τον κτυπούν, συμβολίζοντας τον εμπαιγμό, το πάθος και την περιφρόνηση.
The cross is prominently featured in auto-da-fé processions. A green cross (often veiled in black crepe) served as the emblem of the Inquisition, carried in a separate preparatory procession the day before and displayed during the event. It symbolized the tribunal’s authority.
Ο σταυρός κατέχει εξέχουσα θέση στις πομπές του auto-da-fé. Ένας πράσινος σταυρός (συχνά καλυμμένος με μαύρο κρεπ) χρησίμευε ως το έμβλημα της Ιεράς Εξέτασης, μεταφερόμενος σε χωριστή προπαρασκευαστική πομπή την προηγουμένη και εκτιθέμενος κατά τη διάρκεια της τελετής. Συμβόλιζε την εξουσία του δικαστηρίου.
Proscribing of goods refers to the confiscation (sequestration or proscription) of a convicted person’s property, a common Inquisition penalty to fund the tribunal and punish heresy. This was publicly announced in the auto-da-fé sentences, emphasizing public humiliation and deterrence.
Η δήμευση αγαθών αναφέρεται στην κατάσχεση (μεσεγγύηση ή δήμευση) της περιουσίας ενός καταδικασμένου προσώπου, συνήθη ποινή της Ιεράς Εξέτασης για τη χρηματοδότηση του δικαστηρίου και την τιμωρία της αιρέσεως. Αυτό αναγγελλόταν δημοσίως στις αποφάσεις του auto-da-fé, με έμφαση στον δημόσιο εξευτελισμό και την αποτροπή.
The writings of Ellen G. White clearly and conclusively condemn the leadership that will proscribe her writings in an attempt to silence the song of the vineyard being sung, but it is the last action of an unholy order, just before they manifest their characters openly at the Sunday law. A “Catholic procession,” aligns with 25 ancient men bowing to the sun. In the following four paragraphs, the first paragraph sets forth the “professed people of God,” in the “last days.” The passage clearly teaches that in the last days, Seventh-day Adventist ministers will in “churches and in large gatherings in the open air,” “urge upon the people the necessity of keeping the first day of the week.”
Τα γραπτά της Ellen G. White καταδικάζουν σαφώς και αδιαμφισβήτητα την ηγεσία που θα απαγορεύσει τα γραπτά της, σε μια προσπάθεια να φιμώσει το άσμα του αμπελώνος που ακούγεται· όμως αυτό είναι η τελευταία ενέργεια μιας ανόσιας τάξεως, ακριβώς προτού εκδηλώσουν ανοικτά τον χαρακτήρα τους με τον νόμο της Κυριακής. Μια «Καθολική πομπή» αντιστοιχεί με είκοσι πέντε αρχαίους άνδρες που προσκυνούν τον ήλιο. Στις ακόλουθες τέσσερις παραγράφους, η πρώτη παράγραφος εκθέτει τον «ομολογούντα λαό του Θεού» κατά τις «έσχατες ημέρες». Το απόσπασμα διδάσκει σαφώς ότι κατά τις έσχατες ημέρες, οι λειτουργοί των Αντβεντιστών της Εβδόμης Ημέρας θα «σε εκκλησίες και σε μεγάλες υπαίθριες συναθροίσεις», «προτρέπουν τον λαό στην αναγκαιότητα της τηρήσεως της πρώτης ημέρας της εβδομάδος».
“The Lord has a controversy with his professed people in these last days. In this controversy men in responsible positions will take a course directly opposite to that pursued by Nehemiah. They will not only ignore and despise the Sabbath themselves, but they will try to keep it from others by burying it beneath the rubbish of custom and tradition. In churches and in large gatherings in the open air, ministers will urge upon the people the necessity of keeping the first day of the week. There are calamities on sea and land: and these calamities will increase, one disaster following close upon another; and the little band of conscientious Sabbath-keepers will be pointed out as the ones who are bringing the wrath of God upon the world by their disregard of Sunday.”
«Ο Κύριος έχει διαφορά με τον ομολογούντα λαό Του κατά τις τελευταίες αυτές ημέρες. Μέσα σε αυτή τη διαφορά, άνδρες που κατέχουν θέσεις ευθύνης θα ακολουθήσουν πορεία ευθέως αντίθετη προς εκείνη που ακολούθησε ο Νεεμίας. Όχι μόνο θα αγνοούν και θα καταφρονούν οι ίδιοι το Σάββατο, αλλά θα επιχειρούν να το στερήσουν και από τους άλλους, θάβοντάς το κάτω από τα συντρίμματα του εθίμου και της παράδοσης. Στις εκκλησίες και σε μεγάλες υπαίθριες συναθροίσεις, οι λειτουργοί θα προβάλλουν ενώπιον του λαού την αναγκαιότητα της τήρησης της πρώτης ημέρας της εβδομάδας. Υπάρχουν συμφορές στη θάλασσα και στη στεριά· και οι συμφορές αυτές θα αυξηθούν, με τη μία καταστροφή να ακολουθεί από κοντά την άλλη· και η μικρή ομάδα των ευσυνείδητων τηρητών του Σαββάτου θα υποδεικνύεται ως εκείνη που επιφέρει την οργή του Θεού επάνω στον κόσμο εξαιτίας της μη τήρησης της Κυριακής.»
This is clearly identifying Seventh-day Adventists as the “professed people of God” who will encourage Sunday keeping, and that they will also point “out” “the little band of conscientious Sabbath-keepers.” The next paragraph she emphasizes that the persecution of past ages will be repeated. The previous paragraph ended with her identifying the professed people of God in contrast with those she says are conscientious Sabbath-keepers. She then introduces past histories, and warns those histories will be repeated in the latter days. She is very clear.
Αυτό προσδιορίζει σαφώς τους Αντβεντιστές της Εβδόμης Ημέρας ως τον «ομολογούντα λαό του Θεού» που θα ενθαρρύνει την τήρηση της Κυριακής, και ότι θα υποδείξουν επίσης «τη μικρή ομάδα των ευσυνείδητων τηρητών του Σαββάτου». Στην επόμενη παράγραφο τονίζει ότι ο διωγμός των περασμένων αιώνων θα επαναληφθεί. Η προηγούμενη παράγραφος κατέληγε με το να προσδιορίζει τον ομολογούντα λαό του Θεού σε αντιδιαστολή προς εκείνους τους οποίους χαρακτηρίζει ως ευσυνείδητους τηρητές του Σαββάτου. Έπειτα εισάγει ιστορικά παραδείγματα του παρελθόντος και προειδοποιεί ότι αυτές οι ιστορίες θα επαναληφθούν στις έσχατες ημέρες. Είναι απολύτως σαφής.
“Satan urges this falsehood that he may take the world captive. It is his plan to compel men to accept errors. He takes an active part in the promulgation of all false religions, and will stop at nothing in his efforts to enforce erroneous doctrines. Under a cloak of religious zeal, men, influenced by his spirit, have invented the most cruel tortures for their fellow-men, and have inflicted the most awful sufferings upon them. Satan and his agents have the same spirit still; and the history of the past will be repeated in our day.
«Ο Σατανάς προωθεί αυτό το ψεύδος, ώστε να αιχμαλωτίσει τον κόσμο. Είναι σχέδιό του να εξαναγκάσει τους ανθρώπους να δεχθούν πλάνες. Συμμετέχει ενεργώς στη διάδοση όλων των ψευδών θρησκειών και δεν θα σταματήσει μπροστά σε τίποτε στις προσπάθειές του να επιβάλει εσφαλμένα δόγματα. Υπό τον μανδύα θρησκευτικού ζήλου, άνθρωποι επηρεασμένοι από το πνεύμα του έχουν επινοήσει τα σκληρότερα βασανιστήρια για τους συνανθρώπους τους και τους έχουν επιβάλει τις πλέον φρικτές οδύνες. Ο Σατανάς και οι πράκτορές του έχουν ακόμη το ίδιο πνεύμα· και η ιστορία του παρελθόντος θα επαναληφθεί στις ημέρες μας.»
“There are men who have set their minds and will to accomplish evil; in the dark recesses of their hearts they have resolved what crimes they will commit. These men are self-deceived. They have rejected God’s great rule of right, and in its stead have erected a standard of their own, and comparing themselves with this standard they pronounce themselves holy. The Lord will permit them to reveal what is in their hearts, to act out the spirit of the master that controls them. He will let them show their hatred of his law in their treatment of those who are loyal to its requirements. They will be actuated by the same spirit of religious frenzy that goaded on the mob that crucified Christ; church and State will be united in the same corrupt harmony.
«Υπάρχουν άνθρωποι που έχουν στρέψει τη διάνοια και τη θέλησή τους στην επιτέλεση του κακού· στα σκοτεινά βάθη της καρδιάς τους έχουν αποφασίσει ποια εγκλήματα θα διαπράξουν. Οι άνθρωποι αυτοί εξαπατούν τον εαυτό τους. Έχουν απορρίψει τον μεγάλο κανόνα του δικαίου του Θεού και, στη θέση του, έχουν υψώσει ένα δικό τους μέτρο, και συγκρίνοντας τον εαυτό τους με αυτό το μέτρο ανακηρύσσουν τους εαυτούς τους αγίους. Ο Κύριος θα τους επιτρέψει να φανερώσουν τι υπάρχει στην καρδιά τους, να εκδηλώσουν το πνεύμα του κυρίου που τους εξουσιάζει. Θα τους αφήσει να δείξουν το μίσος τους προς τον νόμο του με τη μεταχείρισή τους προς εκείνους που παραμένουν πιστοί στις απαιτήσεις του. Θα κινούνται από το ίδιο πνεύμα θρησκευτικού παραλογισμού που υποκίνησε τον όχλο ο οποίος σταύρωσε τον Χριστό· Εκκλησία και Κράτος θα ενωθούν στην ίδια διεφθαρμένη αρμονία.»
“The church of today has followed in the steps of the Jews of old, who set aside the commandments of God for their own traditions. She has changed the ordinance, broken the everlasting covenant, and now, as then, pride, unbelief, and infidelity are the result. Her true condition is set forth in these words from the song of Moses: ‘They have corrupted themselves, their spot is not the spot of his children; they are a perverse and crooked generation. Do ye thus requite the Lord, O foolish people and unwise? is not he thy father that hath bought thee? hath he not made thee, and established thee?’” Review and Herald, March 18, 1884.
«Η εκκλησία του σήμερα έχει ακολουθήσει στα βήματα των Ιουδαίων της αρχαιότητας, οι οποίοι παραμέρισαν τις εντολές του Θεού χάριν των δικών τους παραδόσεων. Έχει μεταβάλει το θέσπισμα, έχει παραβιάσει την αιώνια διαθήκη, και τώρα, όπως και τότε, το αποτέλεσμα είναι η υπερηφάνεια, η απιστία και η αθεΐα. Η αληθινή της κατάσταση εκτίθεται στα εξής λόγια από την ωδή του Μωυσή: “Διεφθάρησαν, δεν είναι η κηλίδα αυτών ως η κηλίδα των τέκνων αυτού· γενεά σκολιά και διεστραμμένη. Ούτω ανταποδίδετε εις τον Κύριον, λαέ μωρέ και ουχί σοφέ; Δεν είναι αυτός πατήρ σου, όστις σε ηγόρασε; αυτός σε έκαμε και σε εστερέωσε;”» Review and Herald, 18 Μαρτίου 1884.
There is passage after passage in the Spirit of Prophecy identifying the latter-day persecution of God’s faithful, and the “church of today” which she is identifying is not Christianity in general, it is the church she repeatedly identifies as being typified by the Jewish church. Those clear passages in her writings are the motivation for the Seventh-day Adventist church to attempt to place restrictions upon the writings of Sister White, as her dream so aptly identifies. Their actions against her writings, which were the obvious goods of her house that are to be proscribed by the leaders of Battle Creek who changed into a holy order of Catholicism. Their attack upon her writings is also represented by the attack upon Jeremiah’s writings. Ellen White’s dream is a second witness to Jeremiah’s writings being burned.
Υπάρχει χωρίο μετά από χωρίο στο Πνεύμα της Προφητείας που προσδιορίζει τον έσχατο διωγμό των πιστών του Θεού, και η «εκκλησία του σήμερα» την οποία εκείνη προσδιορίζει δεν είναι ο Χριστιανισμός γενικά, αλλά η εκκλησία την οποία επανειλημμένως προσδιορίζει ως προτυπούμενη από την Ιουδαϊκή εκκλησία. Εκείνα τα σαφή χωρία στα γραπτά της αποτελούν το κίνητρο για την Εκκλησία των Αντβεντιστών της Εβδόμης Ημέρας να επιχειρήσει να επιβάλει περιορισμούς στα γραπτά της Αδελφής Ουάιτ, όπως το όνειρό της τόσο εύστοχα προσδιορίζει. Οι ενέργειές τους εναντίον των γραπτών της, τα οποία ήταν προφανώς τα αγαθά του οίκου της που επρόκειτο να απαγορευθούν από τους ηγέτες του Battle Creek, οι οποίοι μεταβλήθηκαν σε ιερή τάξη του Καθολικισμού. Η επίθεσή τους εναντίον των γραπτών της παρίσταται επίσης από την επίθεση εναντίον των γραπτών του Ιερεμία. Το όνειρο της Έλλεν Ουάιτ είναι δεύτερος μάρτυρας στο ότι τα γραπτά του Ιερεμία κάηκαν.
In the third generation of Laodicean Adventism compromise was the predominant theme. The third generation is represented by the church of Pergamos. Beginning with the publication of W. W. Prescott’s book titled The Doctrine of Christ in 1919, through to the publication of Questions on Doctrine in 1957, marks a period of transition represented by an alpha publication and ending with an omega publication. The first book represented W. W. Prescott’s rejection of the Lion of the tribe of Judah, for the apostate Protestant view of Christ. Prescott’s book, aptly titled The Doctrine of Christ, gutted the Millerite prophetic message, leaving the empty definition of Jesus that is worshipped by Catholicism and apostate Protestantism. The last book in that generation defines a sanctification and justification that destroys God’s law, His justice and mercy. Ancient Israel was given the responsibility to be the depositaries of God’s law, and Adventism was to be the depositaries of not only God’s law, but also His prophetic Word. In 1919 a book that rejected the defense of God’s prophetic Word, marking the beginning of the third generation of Laodicean Adventism that ended with a book that rejects God’s law.
Κατά την τρίτη γενεά του Λαοδικειανού Αντβεντισμού, ο συμβιβασμός υπήρξε το κυρίαρχο θέμα. Η τρίτη γενεά αντιπροσωπεύεται από την εκκλησία της Περγάμου. Από την έκδοση του βιβλίου του W. W. Prescott με τίτλο The Doctrine of Christ το 1919, έως την έκδοση του Questions on Doctrine το 1957, σημειώνεται μία περίοδος μεταβάσεως, η οποία αντιπροσωπεύεται από μία έκδοση άλφα και καταλήγει σε μία έκδοση ωμέγα. Το πρώτο βιβλίο αντιπροσώπευε την απόρριψη, εκ μέρους του W. W. Prescott, του Λέοντος της φυλής του Ιούδα, υπέρ της αποστατημένης προτεσταντικής αντιλήψεως περί του Χριστού. Το βιβλίο του Prescott, εύστοχα τιτλοφορημένο The Doctrine of Christ, απογύμνωσε το μιλλεριτικό προφητικό μήνυμα, αφήνοντας τον κενό ορισμό του Ιησού τον οποίο λατρεύουν ο Καθολικισμός και ο αποστατημένος Προτεσταντισμός. Το τελευταίο βιβλίο εκείνης της γενεάς ορίζει έναν αγιασμό και μία δικαίωση που καταστρέφουν τον νόμο του Θεού, τη δικαιοσύνη Του και το έλεός Του. Στον αρχαίο Ισραήλ δόθηκε η ευθύνη να είναι ο θεματοφύλακας του νόμου του Θεού, και ο Αντβεντισμός επρόκειτο να είναι ο θεματοφύλακας όχι μόνον του νόμου του Θεού, αλλά και του προφητικού Του Λόγου. Το 1919 εκδόθηκε ένα βιβλίο που απέρριπτε την υπεράσπιση του προφητικού Λόγου του Θεού, σηματοδοτώντας την αρχή της τρίτης γενεάς του Λαοδικειανού Αντβεντισμού, η οποία κατέληξε σε ένα βιβλίο που απορρίπτει τον νόμο του Θεού.
“If you indulge stubbornness of heart, and through pride and self-righteousness do not confess your faults, you will be left subject to Satan’s temptations. If when the Lord reveals your errors you do not repent or make confession, his providence will bring you over the ground again and again. You will be left to make mistakes of a similar character, you will continue to lack wisdom, and will call sin righteousness, and righteousness sin. The multitude of deceptions that will prevail in these last days will encircle you, and you will change leaders, and not know that you have done so.” Review and Herald, December 16, 1890.
«Εάν ενδίδετε στην πείσμονα σκληροκαρδία, και εξαιτίας υπερηφανείας και ιδίας δικαιοσύνης δεν ομολογείτε τα σφάλματά σας, θα αφεθείτε υποκείμενοι στους πειρασμούς του Σατανά. Εάν, όταν ο Κύριος αποκαλύπτει τα σφάλματά σας, δεν μετανοείτε ούτε προβαίνετε σε εξομολόγηση, η πρόνοιά Του θα σας επαναφέρει στο ίδιο έδαφος ξανά και ξανά. Θα αφεθείτε να διαπράττετε σφάλματα παρόμοιου χαρακτήρα, θα εξακολουθείτε να στερείσθε σοφίας και θα ονομάζετε την αμαρτία δικαιοσύνη, και τη δικαιοσύνη αμαρτία. Το πλήθος των πλανών που θα επικρατήσουν κατά τις τελευταίες αυτές ημέρες θα σας περικυκλώσει, και θα αλλάξετε ηγέτες, χωρίς να γνωρίζετε ότι το έχετε πράξει». Review and Herald, 16 Δεκεμβρίου 1890.
Pergamos, the third church led to Thyatira, the papal church, which is the fourth generation, when the 25 men bow to the symbol of Thyatira’s authority.
Η Πέργαμος, η τρίτη εκκλησία, οδήγησε στα Θυάτειρα, την παπική εκκλησία, η οποία είναι η τέταρτη γενεά, όταν οι είκοσι πέντε άνδρες προσκυνούν το σύμβολο της εξουσίας των Θυατείρων.
“The regulation adopted by the early colonists, of permitting only members of the church to vote or to hold office in the civil government, led to most pernicious results. This measure had been accepted as a means of preserving the purity of the state, but it resulted in the corruption of the church. A profession of religion being the condition of suffrage and officeholding, many, actuated solely by motives of worldly policy, united with the church without a change of heart. Thus the churches came to consist, to a considerable extent, of unconverted persons; and even in the ministry were those who not only held errors of doctrine, but who were ignorant of the renewing power of the Holy Spirit. Thus again was demonstrated the evil results, so often witnessed in the history of the church from the days of Constantine to the present, of attempting to build up the church by the aid of the state, of appealing to the secular power in support of the gospel of Him who declared: ‘My kingdom is not of this world.’ John 18:36. The union of the church with the state, be the degree never so slight, while it may appear to bring the world nearer to the church, does in reality but bring the church nearer to the world.” The Great Controversy, 297.
«Ο κανονισμός που υιοθετήθηκε από τους πρώτους αποίκους, σύμφωνα με τον οποίο μόνο τα μέλη της εκκλησίας επιτρεπόταν να ψηφίζουν ή να κατέχουν αξίωμα στην πολιτική διοίκηση, οδήγησε στα πλέον ολέθρια αποτελέσματα. Το μέτρο αυτό είχε γίνει αποδεκτό ως μέσο διατηρήσεως της καθαρότητας του κράτους, αλλά κατέληξε στη διαφθορά της εκκλησίας. Εφόσον η ομολογία θρησκείας αποτελούσε την προϋπόθεση για το εκλογικό δικαίωμα και την κατοχή αξιώματος, πολλοί, παρακινούμενοι αποκλειστικά από κίνητρα κοσμικής πολιτικής, ενώθηκαν με την εκκλησία χωρίς αλλαγή καρδιάς. Έτσι, οι εκκλησίες κατέληξαν να αποτελούνται, σε σημαντικό βαθμό, από αμετανόητα πρόσωπα· και ακόμη και στη διακονία υπήρχαν εκείνοι που όχι μόνο υποστήριζαν δογματικές πλάνες, αλλά και αγνοούσαν την ανακαινιστική δύναμη του Αγίου Πνεύματος. Έτσι αποδείχθηκαν και πάλι τα ολέθρια αποτελέσματα, που τόσο συχνά έχουν φανεί στην ιστορία της εκκλησίας από τις ημέρες του Κωνσταντίνου έως το παρόν, της απόπειρας να οικοδομηθεί η εκκλησία με τη βοήθεια του κράτους, της προσφυγής στην κοσμική εξουσία προς υποστήριξη του ευαγγελίου Εκείνου ο οποίος δήλωσε: “Η βασιλεία η εμή δεν είναι εκ του κόσμου τούτου.” Ιωάν. 18:36. Η ένωση της εκκλησίας με το κράτος, όσο μικρός κι αν είναι ο βαθμός της, ενώ μπορεί να φαίνεται ότι φέρνει τον κόσμο πλησιέστερα στην εκκλησία, στην πραγματικότητα δεν κάνει άλλο παρά να φέρνει την εκκλησία πλησιέστερα στον κόσμο». Η Μεγάλη Διαμάχη, 297.
The “union of the church with the state, be the degree never so slight, while it may appear to bring the world nearer to the church, does in reality but bring the church nearer to the world.” On May 18, 1977, Bert B. Beach (a director in the church’s Northern Europe-West Africa Division and involved in interchurch relations) presented a gold-covered medallion to the antichrist, Pope Paul VI during a group audience in Rome. It was part of a meeting of the Conference of Secretaries of World Confessional Families. The event was reported in the Adventist Review (August 11, 1977) and noted by Religious News Service as the first time an official SDA representative met a Pontiff.
Η «ένωση της εκκλησίας με το κράτος, όσο ελάχιστος κι αν είναι ο βαθμός της, ενώ μπορεί να φαίνεται ότι φέρνει τον κόσμο πλησιέστερα προς την εκκλησία, στην πραγματικότητα δεν κάνει παρά να φέρνει την εκκλησία πλησιέστερα προς τον κόσμο». Στις 18 Μαΐου 1977, ο Bert B. Beach (διευθυντής στη Division Βόρειας Ευρώπης-Δυτικής Αφρικής της εκκλησίας και εμπλεκόμενος στις διαεκκλησιαστικές σχέσεις) παρουσίασε ένα χρυσό μετάλλιο στον αντίχριστο, τον Πάπα Παύλο ΣΤ΄, κατά τη διάρκεια ομαδικής ακρόασης στη Ρώμη. Αποτελούσε μέρος συνάντησης της Conference of Secretaries of World Confessional Families. Το γεγονός αναφέρθηκε στο Adventist Review (11 Αυγούστου 1977) και επισημάνθηκε από το Religious News Service ως η πρώτη φορά που επίσημος εκπρόσωπος των SDA συναντούσε έναν Ποντίφηκα.
“The Lord has pronounced a curse upon those who take from or add to the Scriptures. The great I AM has decided what shall constitute the rule of faith and doctrine, and he has designed that the Bible shall be a household book. The church that holds to the word of God is irreconcilably separated from Rome. Protestants were once thus apart from this great church of apostasy, but they have approached more nearly to her, and are still in the path of reconciliation to the Church of Rome. Rome never changes. Her principles have not altered in the least. She has not lessened the breach between herself and Protestants; they have done all the advancing. But what does this argue for the Protestantism of this day? It is the rejection of Bible truth which makes men approach to infidelity. It is a backsliding church that lessens the distance between itself and the Papacy.
«Ο Κύριος έχει εκφέρει κατάρα εναντίον εκείνων που αφαιρούν από τις Γραφές ή προσθέτουν σε αυτές. Ο μέγας ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ έχει αποφασίσει τι θα αποτελεί τον κανόνα της πίστεως και της διδασκαλίας, και έχει ορίσει ώστε η Βίβλος να είναι βιβλίο του οίκου. Η εκκλησία που προσκολλάται στον λόγο του Θεού είναι ασυμφιλίωτα χωρισμένη από τη Ρώμη. Οι Διαμαρτυρόμενοι ήσαν άλλοτε έτσι χωρισμένοι από αυτή τη μεγάλη εκκλησία της αποστασίας, αλλά έχουν πλησιάσει περισσότερο προς αυτήν και εξακολουθούν να βρίσκονται στην οδό της συμφιλιώσεως προς την Εκκλησία της Ρώμης. Η Ρώμη ουδέποτε αλλάζει. Οι αρχές της δεν έχουν μεταβληθεί ούτε κατ’ ελάχιστον. Δεν έχει μειώσει το χάσμα μεταξύ αυτής και των Διαμαρτυρομένων· εκείνοι έχουν κάνει όλη την προσέγγιση. Αλλά τι αποδεικνύει αυτό για τον Προτεσταντισμό των ημερών μας; Είναι η απόρριψη της αλήθειας της Βίβλου εκείνη που κάνει τους ανθρώπους να πλησιάζουν προς την απιστία. Είναι εκκλησία οπισθοδρομούσα εκείνη που μειώνει την απόσταση μεταξύ του εαυτού της και του Παπισμού.»
“It is souls like Luther, Cranmer, Ridley, Hooper, and the thousands of noble men who were martyrs for the truth’s sake, who are the true Protestants. They stood as faithful sentinels of truth, declaring that Protestantism is incapable of union with Romanism, but must be as far separated from the principles of the Papacy as is the east from the west. Such advocates of truth could no more harmonize with ‘the man of sin’ than could Christ and his apostles. In earlier ages the righteous felt that it was impossible to affiliate with Rome, and, though their antagonism to this system of error was maintained at risk of property and life, yet they had courage to maintain their separation, and manfully struggled for the truth. Bible truth was dearer to them than wealth, honor, or even life itself. They could not endure to see the truth buried under a mass of superstition and lying sophistry. They took the word of God in their hands, and raised the standard of truth before the people, boldly declaring that which God had revealed unto them through diligent searching of the Bible. They died the cruelest of deaths for their fidelity to God, but by their blood they purchased for us liberties and privileges that many who claim to be Protestants are easily yielding up to the power of evil. But shall we yield up these dearly bought privileges? Shall we offer insult to the God of heaven, and, after he has freed us from the Romish yoke, again place ourselves in bondage to this antichristian power? Shall we prove our degeneracy by signing away our religious liberty, our right to worship God according to the dictates of our own conscience?
«Ψυχές όπως ο Λούθηρος, ο Κράνμερ, ο Ρίντλεϋ, ο Χούπερ και οι χιλιάδες ευγενείς άνδρες που υπήρξαν μάρτυρες χάριν της αληθείας, αυτοί είναι οι αληθινοί Διαμαρτυρόμενοι. Αυτοί στάθηκαν ως πιστοί φρουροί της αληθείας, διακηρύσσοντας ότι ο Προτεσταντισμός είναι ανίκανος να ενωθεί με τον Ρωμαιοκαθολικισμό, αλλά πρέπει να είναι τόσο αποχωρισμένος από τις αρχές του Παπισμού όσο απέχει η ανατολή από τη δύση. Τέτοιοι υπερασπιστές της αληθείας δεν θα μπορούσαν περισσότερο να εναρμονισθούν με “τον άνθρωπο της αμαρτίας” απ’ όσο θα μπορούσαν ο Χριστός και οι απόστολοί του. Σε προγενέστερες εποχές οι δίκαιοι αισθάνονταν ότι ήταν αδύνατον να συνδεθούν με τη Ρώμη, και, αν και η αντίθεσή τους προς αυτό το σύστημα πλάνης διατηρούνταν με κίνδυνο της περιουσίας και της ζωής τους, όμως είχαν το θάρρος να διατηρούν τον αποχωρισμό τους και αγωνίζονταν ανδρείως για την αλήθεια. Η αλήθεια της Γραφής ήταν γι’ αυτούς πολυτιμότερη από τον πλούτο, την τιμή ή και αυτήν ακόμη τη ζωή. Δεν μπορούσαν να ανεχθούν να βλέπουν την αλήθεια θαμμένη κάτω από ένα πλήθος δεισιδαιμονίας και ψευδούς σοφιστείας. Έλαβαν τον λόγο του Θεού στα χέρια τους και ύψωσαν το λάβαρο της αληθείας ενώπιον του λαού, διακηρύσσοντας με παρρησία εκείνο που ο Θεός τους είχε αποκαλύψει διά της επιμελούς ερεύνης της Βίβλου. Πέθαναν με τους σκληρότερους θανάτους για την πιστότητά τους προς τον Θεό, αλλά με το αίμα τους εξαγόρασαν για εμάς ελευθερίες και προνόμια, τα οποία πολλοί που ισχυρίζονται ότι είναι Διαμαρτυρόμενοι παραχωρούν τόσο εύκολα στη δύναμη του κακού. Αλλά θα παραδώσουμε εμείς αυτά τα τόσο ακριβά αγορασμένα προνόμια; Θα προσβάλουμε τον Θεό του ουρανού και, αφού μας ελευθέρωσε από τον ρωμαϊκό ζυγό, θα θέσουμε πάλι τους εαυτούς μας σε δουλεία υπό αυτή την αντίχριστη δύναμη; Θα αποδείξουμε τον εκφυλισμό μας, εκχωρώντας την θρησκευτική μας ελευθερία, το δικαίωμά μας να λατρεύουμε τον Θεό σύμφωνα με τις επιταγές της ίδιας μας της συνειδήσεως;»
“The voice of Luther, that echoed in mountains and valleys, that shook Europe as with an earthquake, summoned forth an army of noble apostles of Jesus, and the truth they advocated could not be silenced by fagots, by tortures, by dungeons, by death; and still the voices of the noble army of martyrs are telling us that the Roman power is the predicted apostasy of the last days, the mystery of iniquity which Paul saw beginning to work even in his day. Roman Catholicism is rapidly gaining ground. Popery is on the increase, and those who have turned their ears away from hearing the truth are listening to her delusive fables. Papal chapels, papal colleges, nunneries, and monasteries are on the increase, and the Protestant world seems to be asleep. Protestants are losing the mark of distinction that distinguished them from the world, and they are lessening the distance between themselves and the Roman power. They have turned away their ears from hearing the truth; they have been unwilling to accept light which God shed upon their pathway, and are therefore going into darkness. They speak with contempt of the idea that there will be a revival of the past cruel persecution on the part of Romanists and those who affiliate with them. They do not recognize the fact that the word of God fully predicts such a revival, and will not concede that the people of God in the last days shall suffer persecution, although the Bible says, ‘The dragon was wroth with the woman, and went to make war with the remnant of her seed, which keep the commandments of God, and have the testimony of Jesus Christ.’
«Η φωνή του Λουθήρου, που αντήχησε σε βουνά και σε κοιλάδες, που συγκλόνισε την Ευρώπη σαν με σεισμό, κάλεσε να εξέλθει ένα στράτευμα ευγενών αποστόλων του Ιησού, και η αλήθεια την οποία υπερασπίζονταν δεν μπορούσε να φιμωθεί ούτε με πυρές, ούτε με βασανιστήρια, ούτε με φυλακίσεις, ούτε με θάνατο· και ακόμη οι φωνές του ευγενούς στρατεύματος των μαρτύρων μάς λέγουν ότι η ρωμαϊκή εξουσία είναι η προειπωμένη αποστασία των εσχάτων ημερών, το μυστήριο της ανομίας, το οποίο ο Παύλος είδε να αρχίζει να ενεργείται ήδη στην εποχή του. Ο Ρωμαιοκαθολικισμός κερδίζει ταχύτατα έδαφος. Ο παπισμός αυξάνεται, και εκείνοι που απέστρεψαν τα ώτα τους από το να ακούουν την αλήθεια ακούν τους απατηλούς μύθους της. Παπικά παρεκκλήσια, παπικά κολλέγια, γυναικεία μοναστήρια και μονές πληθαίνουν, και ο Προτεσταντικός κόσμος φαίνεται να κοιμάται. Οι Προτεστάντες χάνουν το γνώρισμα της διάκρισης που τους διέκρινε από τον κόσμο, και μικραίνουν την απόσταση μεταξύ αυτών και της ρωμαϊκής εξουσίας. Έχουν αποστρέψει τα ώτα τους από το να ακούουν την αλήθεια· δεν θέλησαν να δεχθούν το φως που ο Θεός έριξε στην οδό τους και, γι’ αυτό, βαδίζουν στο σκοτάδι. Μιλούν με περιφρόνηση για την ιδέα ότι θα υπάρξει αναβίωση του παλαιού σκληρού διωγμού εκ μέρους των Ρωμαιοκαθολικών και εκείνων που προσχωρούν σ’ αυτούς. Δεν αναγνωρίζουν το γεγονός ότι ο λόγος του Θεού προλέγει πλήρως μια τέτοια αναβίωση, και δεν παραδέχονται ότι ο λαός του Θεού κατά τις έσχατες ημέρες θα υποστεί διωγμό, μολονότι η Γραφή λέγει: “Και ωργίσθη ο δράκων κατά της γυναικός, και απήλθε να κάμει πόλεμον με τα λοιπά του σπέρματός της, τα οποία τηρούν τας εντολάς του Θεού και έχουν την μαρτυρίαν του Ιησού Χριστού.”»
“Popery is the religion of human nature, and the mass of humanity love a doctrine that permits them to commit sin, and yet frees them from its consequences. People must have some form of religion, and this religion, formed by human device, and yet claiming divine authority, suits the carnal mind. Men who think themselves wise and intelligent turn away in pride from the standard of righteousness, the ten commandments, and do not think it is in harmony with their dignity to inquire into the ways of God. Therefore they go into false ways, into forbidden paths, become self-sufficient, self inflated, after the pattern of the pope, not after the pattern of Jesus Christ. They must have the form of religion that has the least requirement of spirituality and self-denial, and as unsanctified human wisdom will not lead them to loathe popery, they are naturally drawn toward its provisions and doctrines. They do not want to walk in the ways of the Lord. They are altogether too much enlightened to seek God prayerfully and humbly, with an intelligent knowledge of his word. Not caring to know the ways of the Lord, their minds are all open to delusions, all ready to accept and believe a lie. They are willing to have the most unreasonable, most inconsistent falsehoods palmed off upon them as truth.
«Ο παπισμός είναι η θρησκεία της ανθρώπινης φύσεως, και η μεγάλη μάζα της ανθρωπότητας αγαπά μια διδασκαλία που της επιτρέπει να διαπράττει αμαρτία, και όμως την απαλλάσσει από τις συνέπειές της. Οι άνθρωποι πρέπει να έχουν κάποια μορφή θρησκείας, και αυτή η θρησκεία, διαμορφωμένη από ανθρώπινη επινόηση, και όμως διεκδικώντας θεία εξουσία, ταιριάζει στον σαρκικό νου. Οι άνθρωποι που νομίζουν τον εαυτό τους σοφό και ευφυή αποστρέφονται με υπερηφάνεια το πρότυπο της δικαιοσύνης, τις δέκα εντολές, και δεν θεωρούν ότι αρμόζει στην αξιοπρέπειά τους να ερευνήσουν τις οδούς του Θεού. Γι’ αυτό βαδίζουν σε ψευδείς οδούς, σε απαγορευμένα μονοπάτια, γίνονται αυτάρκεις, αυτοδιογκωμένοι, κατά το υπόδειγμα του πάπα, όχι κατά το υπόδειγμα του Ιησού Χριστού. Πρέπει να έχουν τη μορφή θρησκείας που απαιτεί τον ελάχιστο δυνατό βαθμό πνευματικότητας και αυταπαρνήσεως, και καθώς η ακαθαγίαστη ανθρώπινη σοφία δεν θα τους οδηγήσει να αποστραφούν τον παπισμό, ελκύονται φυσικά προς τις διατάξεις και τα δόγματά του. Δεν θέλουν να περιπατήσουν στις οδούς του Κυρίου. Είναι εντελώς υπερβολικά διαφωτισμένοι για να ζητήσουν τον Θεό με προσευχή και ταπείνωση, με νοήμονα γνώση του λόγου Του. Εφόσον δεν φροντίζουν να γνωρίσουν τις οδούς του Κυρίου, ο νους τους είναι εντελώς ανοικτός στις πλάνες, εντελώς έτοιμος να δεχθεί και να πιστέψει το ψεύδος. Είναι πρόθυμοι να τους πλασάρονται ως αλήθεια τα πλέον παράλογα, τα πλέον ασυνεπή ψεύδη.»
“Satan’s masterpiece of deception is popery; and while it has been demonstrated that a day of great intellectual darkness was favorable to Romanism, it will also be demonstrated that a day of great intellectual light is also favorable to its power; for the minds of men are concentrated on their own superiority, and do not like to retain God in their knowledge. Rome claims infallibility, and Protestants are following in the same line. They do not desire to search for truth and go on from light to a greater light. They wall themselves in with prejudice, and seem willing to be deceived and to deceive others.
«Το αριστούργημα της απάτης του Σατανά είναι ο παπισμός· και ενώ έχει αποδειχθεί ότι μια περίοδος μεγάλης διανοητικής σκοτεινότητας υπήρξε ευνοϊκή για τον Ρωμαιοκαθολικισμό, θα αποδειχθεί επίσης ότι και μια περίοδος μεγάλου διανοητικού φωτός είναι εξίσου ευνοϊκή για τη δύναμή του· διότι οι διάνοιες των ανθρώπων συγκεντρώνονται στη δική τους ανωτερότητα και δεν τους αρέσει να διατηρούν τον Θεό στη γνώση τους. Η Ρώμη διεκδικεί το αλάθητο, και οι Προτεστάντες ακολουθούν την ίδια πορεία. Δεν επιθυμούν να ερευνούν την αλήθεια και να προχωρούν από φως σε μεγαλύτερο φως. Περιτειχίζονται με προκατάληψη και φαίνονται πρόθυμοι να πλανηθούν και να πλανήσουν άλλους.»
“But though the attitude of the churches is discouraging, yet there is no need of being disheartened; for God has a people who will preserve their fidelity to his truth, who will make the Bible, and the Bible alone, their rule of faith and doctrine, who will elevate the standard, and hold aloft the banner on which is inscribed, “The commandments of God and the faith of Jesus.” They will value a pure gospel, and make the Bible the foundation of their faith and doctrine.
«Αλλ’ αν και η στάση των εκκλησιών είναι αποθαρρυντική, εντούτοις δεν υπάρχει ανάγκη να αποκαρδιωνόμαστε· διότι ο Θεός έχει έναν λαό, ο οποίος θα διατηρήσει την πιστότητά του προς την αλήθειά Του, ο οποίος θα καταστήσει τη Βίβλο, και τη Βίβλο μόνη, κανόνα της πίστεως και της διδασκαλίας του, ο οποίος θα υψώσει το λάβαρο και θα κρατήσει υψηλά τη σημαία, επάνω στην οποία είναι εγγεγραμμένα: «Αι εντολαί του Θεού και η πίστις του Ιησού». Θα εκτιμήσουν ένα καθαρό ευαγγέλιο και θα καταστήσουν τη Βίβλο θεμέλιο της πίστεώς τους και της διδασκαλίας τους.»
“For such a time as this, when men are casting aside the law of the Lord of hosts, the prayer of David is applicable,—‘It is time for thee, Lord, to work; for they have made void thy law.’ We are coming to a time when almost universal scorn will be heaped upon the law of God, and God’s commandment-keeping people will be severely tried; but will they lose their respect for the law of Jehovah because others do not see and realize its binding claims? Let God’s commandment-keeping people, like David, reverence God’s law in proportion as men cast it aside and heap upon it disrespect and contempt.” Signs of the Times, February 19, 1894.
«Για μια τέτοια ώρα όπως αυτή, όταν οι άνθρωποι παραμερίζουν τον νόμο του Κυρίου των δυνάμεων, η προσευχή του Δαβίδ είναι επίκαιρη: “Καιρός να ενεργήσεις, Κύριε· διότι ηκύρωσαν τον νόμον σου”. Ερχόμαστε σε καιρό κατά τον οποίον σχεδόν καθολική περιφρόνηση θα σωρευθεί επάνω στον νόμο του Θεού, και ο λαός του Θεού που τηρεί τις εντολές Του θα δοκιμαστεί σφοδρά· αλλά θα χάσουν άραγε τον σεβασμό τους προς τον νόμο του Ιεχωβά επειδή οι άλλοι δεν βλέπουν και δεν συνειδητοποιούν τις δεσμευτικές του αξιώσεις; Ας σέβεται ο λαός του Θεού που τηρεί τις εντολές Του, όπως ο Δαβίδ, τον νόμο του Θεού ανάλογα με το μέτρο κατά το οποίο οι άνθρωποι τον παραμερίζουν και σωρεύουν επάνω του ασέβεια και περιφρόνηση». Signs of the Times, 19 Φεβρουαρίου, 1894.
Two years before the antichrist was given a golden medal by a leader of the Laodicean Seventh-day Adventist church, in 1975, a lawsuit was brought against the Seventh-day Adventist church; EEOC v. Pacific Press Publishing Association (Case No. C-74-2025 CBR in the U.S. District Court for the Northern District of California), where the Equal Employment Opportunity Commission sued the church’s publishing house on behalf of two female employees—Merikay Silver (a former editor who had left by the time of the suit) and Lorna Tobler—alleging gender-based discrimination in pay and benefits. The church defended its practices partly by invoking religious exemptions and discussing its governance structure.
Δύο χρόνια προτού απονεμηθεί στον αντίχριστο ένα χρυσό μετάλλιο από έναν ηγέτη της Λαοδικειακής Εκκλησίας των Αντβεντιστών της Εβδόμης Ημέρας, το 1975, ασκήθηκε αγωγή κατά της Εκκλησίας των Αντβεντιστών της Εβδόμης Ημέρας· EEOC v. Pacific Press Publishing Association (Υπόθεση αρ. C-74-2025 CBR στο Περιφερειακό Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών για τη Βόρεια Περιφέρεια της Καλιφόρνιας), όπου η Επιτροπή Ίσων Ευκαιριών Απασχόλησης μήνυσε τον εκδοτικό οίκο της εκκλησίας εκ μέρους δύο γυναικών υπαλλήλων —της Merikay Silver (πρώην συντάκτριας, η οποία είχε αποχωρήσει έως τον χρόνο της αγωγής) και της Lorna Tobler—, ισχυριζόμενη διάκριση λόγω φύλου ως προς τις αποδοχές και τις παροχές. Η εκκλησία υπερασπίστηκε τις πρακτικές της εν μέρει επικαλούμενη θρησκευτικές εξαιρέσεις και αναφερόμενη στη δομή της διακυβερνήσεώς της.
In a sworn statement dated February 6, 1976 (part of a defense brief submitted to the court), Neal C. Wilson (then president of the church’s North American Division, and later General Conference president from 1979–1990) addressed the church’s historical views on Roman Catholicism. The statement was made in the context of arguing against characterizations of the church as having a “hierarchy” similar to the papal system. The full relevant quote is: “Although it is true that there was a period in the life of the Seventh-day Adventist Church when the denomination took a distinctly anti-Roman Catholic viewpoint, and the term ‘hierarchy’ was used in a pejorative sense to refer to the papal form of church governance, that attitude on the Church’s part was nothing more than a manifestation of widespread anti-popery among conservative protestant denominations in the early part of this century and the latter part of the last, and which has now been consigned to the historical trash heap so far as the Seventh-day Adventist Church is concerned.”
Σε ένορκη δήλωση με ημερομηνία 6 Φεβρουαρίου 1976 (ως μέρος υπομνήματος υπεράσπισης που υποβλήθηκε στο δικαστήριο), ο Neal C. Wilson (τότε πρόεδρος της Βορειοαμερικανικής Περιφέρειας της εκκλησίας, και αργότερα πρόεδρος της Γενικής Διάσκεψης από το 1979 έως το 1990) αναφέρθηκε στις ιστορικές απόψεις της εκκλησίας σχετικά με τον Ρωμαιοκαθολικισμό. Η δήλωση έγινε στο πλαίσιο επιχειρηματολογίας κατά των χαρακτηρισμών της εκκλησίας ως έχουσας «ιεραρχία» παρόμοια με το παπικό σύστημα. Το πλήρες σχετικό απόσπασμα είναι: «Αν και είναι αληθές ότι υπήρξε μια περίοδος στη ζωή της Εκκλησίας των Αντβεντιστών της Εβδόμης Ημέρας κατά την οποία το δόγμα υιοθετούσε μια σαφώς αντιρωμαιοκαθολική στάση, και ο όρος “ιεραρχία” χρησιμοποιείτο με μειωτική έννοια για να δηλώσει την παπική μορφή εκκλησιαστικής διακυβερνήσεως, η στάση εκείνη εκ μέρους της Εκκλησίας δεν ήταν τίποτε περισσότερο από εκδήλωση του ευρέως διαδεδομένου αντιπαπισμού μεταξύ των συντηρητικών προτεσταντικών δογμάτων κατά το πρώτο μέρος του παρόντος αιώνος και το τελευταίο μέρος του προηγουμένου, και η οποία έχει πλέον απορριφθεί στον ιστορικό σκουπιδότοπο, όσον αφορά την Εκκλησία των Αντβεντιστών της Εβδόμης Ημέρας.»
This reflects a shift away from the church’s traditional prophetic interpretation, which identified the papacy as the ‘beast’ or antichrist in Revelation. Critics within and outside the church have interpreted it as downplaying or abandoning that anti-Catholic stance to align with modern ecumenism or legal defenses. Wilson, in 1985 identified the Presidents of the various Divisions of the church as “cardinals,” when he stated, “… there is no ‘cardinal’ from all the countries of the Far East, while there will probably be two ‘cardinals’ from Africa.”
Αυτό αντανακλά μια μετατόπιση μακριά από την παραδοσιακή προφητική ερμηνεία της εκκλησίας, η οποία ταύτιζε το παπικό σύστημα με το «θηρίο» ή τον αντίχριστο στην Αποκάλυψη. Επικριτές, τόσο εντός όσο και εκτός της εκκλησίας, το έχουν ερμηνεύσει ως υποβάθμιση ή εγκατάλειψη εκείνης της αντικαθολικής θέσης, προκειμένου να εναρμονιστεί με τον σύγχρονο οικουμενισμό ή με νομικές υπερασπίσεις. Ο Wilson, το 1985, χαρακτήρισε τους Προέδρους των διαφόρων Διαιρέσεων της εκκλησίας ως «καρδιναλίους», όταν δήλωσε: «… δεν υπάρχει κανένας “καρδινάλιος” από όλες τις χώρες της Άπω Ανατολής, ενώ πιθανότατα θα υπάρχουν δύο “καρδινάλιοι” από την Αφρική».
Sister White stated that it is a backslidden church that lessens the distance between itself and the pope! The compromise of the third generation is represented as weeping for Tammuz in Ezekiel eight, and by the compromise of Pergamos. The first generation from 1863 unto 1888 represented the church of Ephesus, a church that lost its first love, and the Millerite movements first love was the prophetic message, and the first chapter of that prophetic message was the “seven times” that were set aside in 1863.
Η αδελφή Ουάιτ δήλωσε ότι είναι μια εκπεσμένη εκκλησία εκείνη που ελαττώνει την απόσταση μεταξύ του εαυτού της και του πάπα! Ο συμβιβασμός της τρίτης γενεάς παριστάνεται ως θρήνος για τον Θαμμούζ στο όγδοο κεφάλαιο του Ιεζεκιήλ, καθώς και μέσω του συμβιβασμού της Περγάμου. Η πρώτη γενεά, από το 1863 έως το 1888, αντιπροσώπευε την εκκλησία της Εφέσου, μια εκκλησία που έχασε την πρώτη της αγάπη, και η πρώτη αγάπη του Μιλλεριτικού κινήματος ήταν το προφητικό μήνυμα, και το πρώτο κεφάλαιο εκείνου του προφητικού μηνύματος ήταν οι «επτά καιροί», οι οποίοι παραμερίστηκαν το 1863.
From 1888 unto 1919, the second generation represented by Smyrna and Ezekiel’s secret chambers, witnessed the death of the Spirit of Prophecy, as Sister White was laid to rest in 1915. More details of the four generations are necessary to complete the testimony, but the progressive rebellion must be understood to fully appreciate how an apostate people could “proscribe” the writings of Ellen White, or how they could promote the first day of the week as acceptable. Judas works with the “drunkards of Ephraim” that “rule this people” in Jerusalem, and those that rule Jerusalem and bow to the sun, are represented by the Sanhedrin.
Από το 1888 έως το 1919, η δεύτερη γενεά, η οποία αντιπροσωπεύεται από τη Σμύρνα και τα μυστικά δωμάτια του Ιεζεκιήλ, έγινε μάρτυς του θανάτου του Πνεύματος της Προφητείας, καθώς η Αδελφή Ουάιτ ετέθη εις ανάπαυσιν το 1915. Απαιτούνται περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με τις τέσσερις γενεές για να ολοκληρωθεί η μαρτυρία, αλλά η προοδευτική αποστασία πρέπει να γίνει κατανοητή, ώστε να εκτιμηθεί πλήρως πώς ένας αποστατημένος λαός θα μπορούσε να «απαγορεύσει» τα γραπτά της Έλεν Ουάιτ, ή πώς θα μπορούσε να προωθήσει την πρώτη ημέρα της εβδομάδος ως αποδεκτή. Ο Ιούδας συνεργάζεται με τους «μεθυσμένους του Εφραίμ» που «κυβερνούν τούτον τον λαό» στην Ιερουσαλήμ, και εκείνοι που κυβερνούν την Ιερουσαλήμ και προσκυνούν τον ήλιο αντιπροσωπεύονται από το Συνέδριο.
We will continue this study in the next article.
Θα συνεχίσουμε αυτή τη μελέτη στο επόμενο άρθρο.
“Among the professed children of God, how little patience has been manifested, how many bitter words have been spoken, how much denunciation has been uttered against those not of our faith. Many have looked upon those belonging to other churches as great sinners, when the Lord does not thus regard them. Those who look thus upon the members of other churches, have need to humble themselves under the mighty hand of God. Those whom they condemn may have had but little light, few opportunities and privileges. If they had had the light that many of the members of our churches have had, they might have advanced at a far greater rate, and have better represented their faith to the world. Of those who boast of their light, and yet fail to walk in it, Christ says, ‘But I say unto you, It shall be more tolerable for Tyre and Sidon at the day of judgment, than for you. And thou, Capernaum [Seventh-day Adventists, who have had great light], which art exalted unto heaven [in point of privilege], shalt be brought down to hell: for if the mighty works, which have been done in thee, had been done in Sodom, it would have remained until this day. But I say unto you, That it shall be more tolerable for the land of Sodom in the day of judgment, than for thee.’ At that time Jesus answered and said, ‘I thank thee, O Father, Lord of heaven and earth, because thou hast hid these things from the wise and prudent [in their own estimation], and hast revealed them unto babes.’
«Ανάμεσα στα ομολογούντα τέκνα του Θεού, πόση λίγη υπομονή έχει εκδηλωθεί, πόσοι πικροί λόγοι έχουν ειπωθεί, πόση καταγγελία έχει εκτοξευθεί εναντίον εκείνων που δεν είναι της πίστεώς μας. Πολλοί έχουν θεωρήσει όσους ανήκουν σε άλλες εκκλησίες ως μεγάλους αμαρτωλούς, ενώ ο Κύριος δεν τους θεωρεί έτσι. Εκείνοι που βλέπουν κατ’ αυτόν τον τρόπο τα μέλη άλλων εκκλησιών έχουν ανάγκη να ταπεινωθούν κάτω από την κραταιά χείρα του Θεού. Εκείνοι τους οποίους καταδικάζουν μπορεί να είχαν μόνο λίγο φως, λίγες ευκαιρίες και προνόμια. Αν είχαν το φως που πολλοί από τα μέλη των εκκλησιών μας είχαν, θα μπορούσαν να είχαν προοδεύσει με πολύ μεγαλύτερο ρυθμό και να είχαν εκπροσωπήσει καλύτερα την πίστη τους ενώπιον του κόσμου. Για εκείνους που καυχώνται για το φως τους και όμως αποτυγχάνουν να περπατούν μέσα σε αυτό, ο Χριστός λέγει: “Πλην σας λέγω, εις την Τύρον και Σιδώνα ανεκτότερον θέλει είσθαι εν ημέρα κρίσεως, παρά εις εσάς. Και συ, Καπερναούμ [Αντβεντιστές της Εβδόμης Ημέρας, οι οποίοι έλαβαν μεγάλο φως], η υψωθείσα έως του ουρανού [ως προς το προνόμιον], έως του άδου θέλεις καταβιβασθή· διότι εάν εν Σοδόμοις είχον γίνει τα θαύματα τα γενόμενα εν σοι, ήθελε μείνει μέχρι της σήμερον. Πλην σας λέγω ότι εις την γην των Σοδόμων ανεκτότερον θέλει είσθαι εν ημέρα κρίσεως, παρά εις σε.” Εκείνον τον καιρό ο Ιησούς αποκρινόμενος είπε: “Σε ευχαριστώ, Πάτερ, Κύριε του ουρανού και της γης, διότι απέκρυψας ταύτα από σοφούς και συνετούς [κατά τη δική τους εκτίμηση], και απεκάλυψας αυτά εις νήπια.”»
“‘And now, because ye have done all these works, saith the Lord, and I spake unto you, rising up early and speaking, but ye heard not; and I called you, but ye answered not; therefore will I do unto this house, which is called by my name, wherein ye trust, and unto the place which I gave to you and to your fathers, as I have done to Shiloh. And I will cast you out of my sight, as I have cast out all your brethren, even the whole seed of Ephraim.’
«Και τώρα, επειδή πράξατε όλα αυτά τα έργα, λέγει ο Κύριος, και εγώ σας ελάλησα, εγειρόμενος πρωί και λαλών, αλλά δεν ηκούσατε· και σας εκάλεσα, αλλά δεν απεκρίθητε· διά τούτο θα πράξω εις τον οίκον αυτόν, ο οποίος καλείται με το όνομά μου, εις τον οποίον σεις εμπιστεύεσθε, και εις τον τόπον τον οποίον έδωκα εις εσάς και εις τους πατέρας σας, καθώς έπραξα εις τη Σηλώ. Και θα σας απορρίψω από προσώπου μου, καθώς απέρριψα όλους τους αδελφούς σας, όλο το σπέρμα του Εφραΐμ.»
“The Lord has established among us institutions of great importance, and they are to be managed, not as worldly institutions are managed, but after God’s order. They are to be managed with an eye single to his glory, that by all means perishing souls may be saved. To the people of God the testimonies of the Spirit have come, and yet many have not taken heed to reproofs, warnings, and counsels.
«Ο Κύριος έχει εγκαθιδρύσει ανάμεσά μας θεσμούς μεγάλης σπουδαιότητας, και αυτοί πρέπει να διοικούνται, όχι όπως διοικούνται οι κοσμικοί θεσμοί, αλλά σύμφωνα με την τάξη του Θεού. Πρέπει να διοικούνται με οφθαλμό απλό προς τη δόξα Του, ώστε, με κάθε δυνατό μέσο, να σωθούν ψυχές που χάνονται. Προς τον λαό του Θεού έχουν έλθει οι μαρτυρίες του Πνεύματος, και όμως πολλοί δεν έδωσαν προσοχή σε ελέγχους, προειδοποιήσεις και συμβουλές.»
“‘Here now this, O foolish people, and without understanding; which have eyes, and see not; which have ears, and hear not: fear ye not me saith the Lord: will ye not tremble at my presence, which have placed the sand for the bound of the sea by a perpetual degree, that it cannot pass it: and though the waves thereof toss themselves, yet can they not prevail; though they roar, yet can they not pass over it? but this people hath a revolting and a rebellious heart; they are revolted and gone. Neither say they in their heart, Let us now fear the Lord our God, that giveth rain, both the former and the latter, in his season: he reserveth unto us the appointed weeks of the harvest. Your iniquities have turned away these things, and your sins have withholden good things from you. . . . They judge not the cause, the cause of the fatherless, yet they prosper; and the right of the needy do they not judge. Shall I not visit for these things? saith the Lord; shall not my soul be revenged on such a nation as this?’
«Ἀκούσατε λοιπόν τοῦτο, λαὲ ἄφρων καὶ ἀσύνετος, οἵτινες ἔχετε ὀφθαλμούς καὶ δὲν βλέπετε, ἔχετε ὦτα καὶ δὲν ἀκούετε· δὲν θὰ με φοβηθῆτε; λέγει Κύριος· δὲν θὰ τρέμετε ἐνώπιόν μου, ἐγὼ ποὺ ἔθεσα τὴν ἄμμο ὡς ὅριον τῆς θαλάσσης μὲ αἰώνιο πρόσταγμα, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ τὸ παραβῇ; καὶ ἂν τὰ κύματά της ταράσσωνται, δὲν δύνανται νὰ ὑπερισχύσουν· καὶ ἂν βοῶσιν, δὲν δύνανται νὰ τὸ ὑπερβοῦν. Ἀλλ᾽ ὁ λαὸς οὗτος ἔχει καρδίαν ἀποστατικὴν καὶ ἀνυπότακτον· ἀπεστάτησαν καὶ ἀπῆλθαν. Οὐδὲ λέγουσιν ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῶν, Ἂς φοβηθῶμεν τώρα τὸν Κύριον τὸν Θεὸν ἡμῶν, τὸν δίδοντα βροχὴν, τὴν πρώιμον καὶ τὴν ὄψιμον, ἐν τῷ καιρῷ αὐτῆς· αὐτὸς φυλάττει δι’ ἡμᾶς τὰς ὡρισμένας ἑβδομάδας τοῦ θερισμοῦ. Αἱ ἀνομίαι σας ἀπεμάκρυναν ταῦτα, καὶ αἱ ἁμαρτίαι σας ἐστέρησαν ἀπὸ ἐσᾶς τὰ ἀγαθά.... Δὲν κρίνουσι τὴν ὑπόθεσιν, τὴν ὑπόθεσιν τοῦ ὀρφανοῦ, καὶ ὅμως εὐημεροῦσι· καὶ τὸ δίκαιον τοῦ πτωχοῦ δὲν κρίνουσι. Δὲν θὰ ἐπισκεφθῶ διὰ ταῦτα; λέγει Κύριος· δὲν θὰ ἐκδικηθῇ ἡ ψυχή μου ἐπὶ ἔθνους τοιούτου;»
“Shall the Lord be compelled to say, ‘Pray not thou for this people, neither lift up cry nor prayer for them, neither make intercession to me: for I will not hear thee’? ‘Therefore the showers have been withholden, and there hath been no latter rain. . . . Wilt thou not from this time cry unto me, My father, thou art the guide of my youth?’” Review and Herald, August 1, 1893.
«Θα αναγκαστεί ο Κύριος να πει: “Μη προσεύχεσαι υπέρ του λαού τούτου, μηδέ υψώσεις κραυγήν ή δέησιν υπέρ αυτών, μηδέ κάμεις ικεσίαν προς εμέ· διότι δεν θα σε ακούσω”; “Διά τούτο αι βροχαί συνεκρατήθησαν, και δεν υπήρξε όψιμος βροχήν.... Δεν θέλεις κράξει προς εμέ από του νυν λέγουσα, Πατήρ μου, συ είσαι ο οδηγός της νεότητός μου;”» Review and Herald, August 1, 1893.