The four abominations of Ezekiel chapter eight, represent the four generations of modern Israel, and the beginning of modern Israel was typified by the beginning of ancient Israel. Both of those beginning histories testify to the ending of modern Israel at the soon coming Sunday law. The two beginnings of Israel, both ancient literal, and modern spiritual, are witnessed to by the beginning history of the northern kingdom of Israel as it separated from Judah.
Οι τέσσερις βδελύξεις του όγδοου κεφαλαίου του Ιεζεκιήλ αντιπροσωπεύουν τις τέσσερις γενεές του σύγχρονου Ισραήλ, και η αρχή του σύγχρονου Ισραήλ προτυπώθηκε από την αρχή του αρχαίου Ισραήλ. Και οι δύο αυτές αρχικές ιστορίες μαρτυρούν για το τέλος του σύγχρονου Ισραήλ κατά τον προσεχή νόμο της Κυριακής. Οι δύο απαρχές του Ισραήλ, τόσο του αρχαίου κυριολεκτικού όσο και του σύγχρονου πνευματικού, μαρτυρούνται από την αρχική ιστορία του βόρειου βασιλείου του Ισραήλ, καθώς αυτό αποχωριζόταν από τον Ιούδα.
When ancient Israel erected the golden calf, they had just come out of Egypt in fulfillment of a prophecy identifying that God would make them a kingdom. The story of Jeroboam, the first king of the northern kingdom of Israel, includes those very characteristics. Jeroboam had fled to Egypt from the wrath of Solomon. He had been given a prophetic promise that he would be made king over ten of the twelve tribes, by the prophet Ahijah. Before the prophecy was fulfilled, Jeroboam would flee into Egypt to put distance between himself and Solomon, until Solomon died.
Όταν ο αρχαίος Ισραήλ κατασκεύασε τον χρυσό μόσχο, μόλις είχε εξέλθει από την Αίγυπτο σε εκπλήρωση μιας προφητείας που δήλωνε ότι ο Θεός θα τους καθιστούσε βασίλειο. Η ιστορία του Ιεροβοάμ, του πρώτου βασιλέως του βόρειου βασιλείου του Ισραήλ, περιλαμβάνει ακριβώς εκείνα τα χαρακτηριστικά. Ο Ιεροβοάμ είχε διαφύγει στην Αίγυπτο από την οργή του Σολομώντος. Είχε λάβει μια προφητική υπόσχεση από τον προφήτη Αχιά ότι θα καθίστατο βασιλεύς επί των δέκα από τις δώδεκα φυλές. Προτού εκπληρωθεί η προφητεία, ο Ιεροβοάμ θα κατέφευγε στην Αίγυπτο, ώστε να απομακρυνθεί από τον Σολομώντα, έως ότου ο Σολομών πέθανε.
And it came to pass at that time when Jeroboam went out of Jerusalem, that the prophet Ahijah the Shilonite found him in the way; and he had clad himself with a new garment; and they two were alone in the field: And Ahijah caught the new garment that was on him, and rent it in twelve pieces: And he said to Jeroboam, Take thee ten pieces: for thus saith the Lord, the God of Israel, Behold, I will rend the kingdom out of the hand of Solomon, and will give ten tribes to thee: (But he shall have one tribe for my servant David’s sake, and for Jerusalem’s sake, the city which I have chosen out of all the tribes of Israel:) Because that they have forsaken me, and have worshipped Ashtoreth the goddess of the Zidonians, Chemosh the god of the Moabites, and Milcom the god of the children of Ammon, and have not walked in my ways, to do that which is right in mine eyes, and to keep my statutes and my judgments, as did David his father. Howbeit I will not take the whole kingdom out of his hand: but I will make him prince all the days of his life for David my servant’s sake, whom I chose, because he kept my commandments and my statutes: But I will take the kingdom out of his son’s hand, and will give it unto thee, even ten tribes. And unto his son will I give one tribe, that David my servant may have a light alway before me in Jerusalem, the city which I have chosen me to put my name there.
Καὶ ἐγένετο κατ’ ἐκεῖνον τὸν καιρὸν, ὅτε ὁ Ἰεροβοὰμ ἐξῆλθεν ἐξ Ἱερουσαλήμ, ὁ προφήτης Ἀχιὰ ὁ Σηλωνίτης τὸν εὗρεν ἐν τῇ ὁδῷ· καὶ ἐκεῖνος ἦτο ἐνδεδυμένος ἱμάτιον καινόν· καὶ οἱ δύο αὐτοὶ ἦσαν μόνοι ἐν τῷ ἀγρῷ. Καὶ ὁ Ἀχιὰ ἔλαβε τὸ καινὸν ἱμάτιον τὸ ὂν ἐπ’ αὐτόν, καὶ διέρρηξεν αὐτὸ εἰς δώδεκα τεμάχια· καὶ εἶπεν πρὸς τὸν Ἰεροβοάμ, Λάβε εἰς σεαυτὸν δέκα τεμάχια· διότι οὕτως λέγει Κύριος, ὁ Θεὸς τοῦ Ἰσραήλ· Ἰδοὺ, ἐγὼ θέλω διαρρήξει τὴν βασιλείαν ἐκ τῆς χειρὸς τοῦ Σολομῶντος, καὶ θέλω δώσει εἰς σὲ δέκα φυλάς· (πλὴν μίαν φυλὴν θέλει ἔχει διὰ τὸν Δαβὶδ τὸν δοῦλόν μου καὶ διὰ τὴν Ἱερουσαλήμ, τὴν πόλιν ἣν ἐξέλεξα ἐκ πασῶν τῶν φυλῶν τοῦ Ἰσραήλ·) διότι μὲ ἐγκατέλιπον καὶ προσεκύνησαν τὴν Ἀστάρτην, τὴν θεὰν τῶν Σιδωνίων, τὸν Χεμὼς, τὸν θεὸν τῶν Μωαβιτῶν, καὶ τὸν Μιλχόμ, τὸν θεὸν τῶν υἱῶν Ἀμμών, καὶ δὲν περιεπάτησαν ἐν ταῖς ὁδοῖς μου, ὥστε νὰ πράττωσι τὸ εὐθὲς ἐνώπιόν μου, καὶ νὰ φυλάττωσι τὰ προστάγματά μου καὶ τὰς κρίσεις μου, καθὼς ἔπραξεν Δαβὶδ ὁ πατὴρ αὐτοῦ. Πλὴν δὲν θέλω λάβει ὅλην τὴν βασιλείαν ἐκ τῆς χειρὸς αὐτοῦ· ἀλλὰ θέλω καταστήσει αὐτὸν ἄρχοντα πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς αὐτοῦ, διὰ τὸν Δαβὶδ τὸν δοῦλόν μου, τὸν ὁποῖον ἐξέλεξα, διότι ἐφύλαξε τὰς ἐντολάς μου καὶ τὰ προστάγματά μου· ἀλλὰ θέλω λάβει τὴν βασιλείαν ἐκ τῆς χειρὸς τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ, καὶ θέλω δώσει αὐτὴν εἰς σέ, τουτέστι δέκα φυλάς. Καὶ εἰς τὸν υἱὸν αὐτοῦ θέλω δώσει μίαν φυλήν, διὰ νὰ ἔχῃ Δαβὶδ ὁ δοῦλός μου λύχνον πάντοτε ἐνώπιόν μου ἐν Ἱερουσαλήμ, τῇ πόλει ἣν ἐξέλεξα εἰς ἐμαυτόν, διὰ νὰ θέσω τὸ ὄνομά μου ἐκεῖ.
And I will take thee, and thou shalt reign according to all that thy soul desireth, and shalt be king over Israel. And it shall be, if thou wilt hearken unto all that I command thee, and wilt walk in my ways, and do that is right in my sight, to keep my statutes and my commandments, as David my servant did; that I will be with thee, and build thee a sure house, as I built for David, and will give Israel unto thee. And I will for this afflict the seed of David, but not for ever. Solomon sought therefore to kill Jeroboam. And Jeroboam arose, and fled into Egypt, unto Shishak king of Egypt, and was in Egypt until the death of Solomon. And the rest of the acts of Solomon, and all that he did, and his wisdom, are they not written in the book of the acts of Solomon? And the time that Solomon reigned in Jerusalem over all Israel was forty years. And Solomon slept with his fathers, and was buried in the city of David his father: and Rehoboam his son reigned in his stead. 1 Kings 11:28–43.
Καὶ θα σε λάβω, και θα βασιλεύσεις σύμφωνα με όλα όσα επιθυμεί η ψυχή σου, και θα είσαι βασιλιάς επί τον Ισραήλ. Και θα συμβεί, εάν υπακούσεις σε όλα όσα σε προστάζω, και περπατήσεις στις οδούς μου, και πράξεις ό,τι είναι ευθύ ενώπιόν μου, τηρώντας τα προστάγματά μου και τις εντολές μου, όπως έπραξε ο Δαβίδ ο δούλος μου, τότε θα είμαι μαζί σου και θα οικοδομήσω για σένα βέβαιο οίκο, όπως οικοδόμησα για τον Δαβίδ, και θα δώσω σε σένα τον Ισραήλ. Και γι’ αυτό θα ταπεινώσω το σπέρμα του Δαβίδ, όχι όμως για πάντοτε. Ο Σολομών λοιπόν επεζήτησε να θανατώσει τον Ιεροβοάμ. Και ο Ιεροβοάμ σηκώθηκε και έφυγε στην Αίγυπτο, προς τον Σισάκ, βασιλιά της Αιγύπτου, και έμεινε στην Αίγυπτο έως τον θάνατο του Σολομώντος. Τα δε λοιπά έργα του Σολομώντος, και όλα όσα έπραξε, και η σοφία του, δεν είναι γραμμένα στο βιβλίο των πράξεων του Σολομώντος; Και ο χρόνος κατά τον οποίον εβασίλευσεν ο Σολομών στην Ιερουσαλήμ επί παντός του Ισραήλ ήταν σαράντα έτη. Και ο Σολομών εκοιμήθη μετά των πατέρων αυτού, και ετάφη στην πόλη του Δαβίδ του πατέρα αυτού· και ο Ροβοάμ ο υιός αυτού εβασίλευσεν αντ’ αυτού. Α΄ Βασιλέων 11:28–43.
At the death of king Solomon, the kingdom was to be divided and Jeroboam was to be king over the ten northern tribes, and Solomon’s son, Rehoboam was to be king at Jerusalem. Before the division of the tribes occurred, Jeroboam needed to come out of Egypt.
Κατά τον θάνατο του βασιλιά Σολομώντα, το βασίλειο επρόκειτο να διαιρεθεί, και ο Ιεροβοάμ επρόκειτο να γίνει βασιλιάς επί των δέκα βόρειων φυλών, ενώ ο Ροβοάμ, ο υιός του Σολομώντα, επρόκειτο να είναι βασιλιάς στην Ιερουσαλήμ. Πριν πραγματοποιηθεί η διαίρεση των φυλών, ο Ιεροβοάμ έπρεπε να εξέλθει από την Αίγυπτο.
And Rehoboam went to Shechem: for all Israel were come to Shechem to make him king. And it came to pass, when Jeroboam the son of Nebat, who was yet in Egypt, heard of it, (for he was fled from the presence of king Solomon, and Jeroboam dwelt in Egypt;) That they sent and called him. And Jeroboam and all the congregation of Israel came, and spake unto Rehoboam, saying, Thy father made our yoke grievous: now therefore make thou the grievous service of thy father, and his heavy yoke which he put upon us, lighter, and we will serve thee. And he said unto them, Depart yet for three days, then come again to me. And the people departed. 1 Kings 12:1–5.
Καὶ ὁ Ροβοάμ ἐπορεύθη εἰς Συχέμ· διότι πᾶς ὁ Ἰσραὴλ εἶχεν ἔλθει εἰς Συχέμ, διὰ νὰ τὸν καταστήσῃ βασιλέα. Καὶ ἐγένετο, ὅταν ὁ Ἱεροβοὰμ υἱὸς τοῦ Ναβάτ, ὃς ἦτο ἔτι ἐν Αἰγύπτῳ, ἤκουσε τοῦτο, (διότι εἶχεν φύγει ἀπὸ προσώπου τοῦ βασιλέως Σολομῶντος, καὶ ὁ Ἱεροβοὰμ κατῴκει ἐν Αἰγύπτῳ,) ὅτι ἀπέστειλαν καὶ ἐκάλεσαν αὐτόν. Καὶ ἦλθεν ὁ Ἱεροβοὰμ καὶ πᾶσα ἡ σύναξις τοῦ Ἰσραήλ, καὶ ἐλάλησαν πρὸς τὸν Ροβοάμ, λέγοντες· Ὁ πατήρ σου ἐβάρυνε τὸν ζυγὸν ἡμῶν· τώρα λοιπόν κάνε ἐλαφρότερη τὴν βαρεῖα δουλεία τοῦ πατρός σου καὶ τὸν βαρὺν ζυγόν του, τὸν ὁποῖον ἔθεσεν ἐφ’ ἡμᾶς, καὶ θὰ σὲ δουλεύωμεν. Καὶ εἶπεν πρὸς αὐτούς· Ἀναχωρήσατε ἔτι διὰ τρεῖς ἡμέρας, καὶ ἔπειτα ἐπανέλθετε πρὸς ἐμέ. Καὶ ὁ λαὸς ἀνεχώρησεν. Α΄ Βασιλέων 12:1–5.
The story of how foolish Rehoboam acted during the three days, lays the blame upon his foolish rejection of the old men’s counsel, but the separation of the tribes had been prophesied, so it would have happened one way or another. It is worth noting here for a future article that the separation process was specifically identified as three days. The two kingdoms become one kingdom again during the history of the Millerites, and when the northern and southern tribes become one kingdom during the Millerite history, which is the period of time of the arrival of the three angels of Revelation chapter fourteen. Those three angels in the Millerite history were typified by the three days of Rehoboam’s decision. Those forty-six years when the three angels arrived from 1798 unto 1844, were also the three symbolic days, that Christ had stated in John chapter two, would be required for Him to raise a destroyed temple, but that portion of the study is for a future article.
Η διήγηση τού πώς ο Ροβοάμ ενήργησε τόσο ανόητα κατά τη διάρκεια των τριών ημερών, αποδίδει την ευθύνη στην ανόητη απόρριψη από μέρους του της συμβουλής των πρεσβυτέρων· όμως ο χωρισμός των φυλών είχε προφητευθεί, και έτσι θα συνέβαινε με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Αξίζει να σημειωθεί εδώ, για ένα μελλοντικό άρθρο, ότι η διαδικασία του χωρισμού προσδιορίσθηκε συγκεκριμένα ως τρεις ημέρες. Τα δύο βασίλεια γίνονται και πάλι ένα βασίλειο κατά την ιστορία των Μιλλεριτών, και όταν οι βόρειες και οι νότιες φυλές γίνονται ένα βασίλειο κατά τη διάρκεια της Μιλλεριτικής ιστορίας, η οποία είναι η χρονική περίοδος της αφίξεως των τριών αγγέλων της Αποκάλυψης, κεφάλαιο δεκατέσσερα. Αυτοί οι τρεις άγγελοι στη Μιλλεριτική ιστορία προτυπώθηκαν από τις τρεις ημέρες της αποφάσεως του Ροβοάμ. Εκείνα τα σαράντα έξι έτη, όταν οι τρεις άγγελοι έφθασαν από το 1798 έως το 1844, ήταν επίσης οι τρεις συμβολικές ημέρες, για τις οποίες ο Χριστός είχε δηλώσει στο κατά Ιωάννην, κεφάλαιο δύο, ότι θα απαιτούνταν ώστε να αναστήσει έναν κατεστραμμένο ναό, αλλά εκείνο το μέρος της μελέτης προορίζεται για ένα μελλοντικό άρθρο.
When Rehoboam gave his foolish pronouncement at the end of three days the kingdoms were divided.
Όταν ο Ροβοάμ εξέδωσε την ανόητη διακήρυξή του στο τέλος των τριών ημερών, τα βασίλεια διαιρέθηκαν.
So when all Israel saw that the king hearkened not unto them, the people answered the king, saying, What portion have we in David? neither have we inheritance in the son of Jesse: to your tents, O Israel: now see to thine own house, David. So Israel departed unto their tents. But as for the children of Israel which dwelt in the cities of Judah, Rehoboam reigned over them. Then king Rehoboam sent Adoram, who was over the tribute; and all Israel stoned him with stones, that he died. Therefore king Rehoboam made speed to get him up to his chariot, to flee to Jerusalem. So Israel rebelled against the house of David unto this day. And it came to pass, when all Israel heard that Jeroboam was come again, that they sent and called him unto the congregation, and made him king over all Israel: there was none that followed the house of David, but the tribe of Judah only. 1 Kings 12:16–20.
Καὶ ὅτε πᾶς ὁ Ἰσραὴλ εἶδεν ὅτι ὁ βασιλεὺς δὲν εἰσήκουσεν αὐτῶν, ὁ λαὸς ἀπεκρίθη πρὸς τὸν βασιλέα, λέγων· Τί μερίδα ἔχομεν ἡμεῖς ἐν τῷ Δαυίδ; οὐδὲ κληρονομίαν ἔχομεν ἐν τῷ υἱῷ τοῦ Ἰεσσαί· εἰς τὰς σκηνάς σου, Ἰσραήλ· τώρα κοίτα τὸν οἶκόν σου, Δαυίδ. Καὶ ὁ Ἰσραὴλ ἀνεχώρησεν εἰς τὰς σκηνὰς αὐτοῦ. Ὅσον δὲ περὶ τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ οἵτινες κατῴκουν ἐν ταῖς πόλεσι τοῦ Ἰούδα, ὁ Ροβοὰμ ἐβασίλευσεν ἐπ’ αὐτούς. Τότε ὁ βασιλεὺς Ροβοὰμ ἀπέστειλεν τὸν Ἀδωράμ, ὃς ἦτο ἐπὶ τοῦ φόρου· καὶ πᾶς ὁ Ἰσραὴλ ἐλιθοβόλησεν αὐτὸν μετὰ λίθων, καὶ ἀπέθανεν. Διὰ τοῦτο ὁ βασιλεὺς Ροβοὰμ ἔσπευσε νὰ ἀναβῇ εἰς τὴν ἅμαξάν του, διὰ νὰ φύγῃ εἰς Ἱερουσαλήμ. Οὕτως ὁ Ἰσραὴλ ἀπεστάτησεν ἀπὸ τὸν οἶκον τοῦ Δαυὶδ μέχρι τῆς ἡμέρας ταύτης. Καὶ συνέβη, ὅτε πᾶς ὁ Ἰσραὴλ ἤκουσεν ὅτι ὁ Ἱεροβοὰμ ἐπέστρεψεν, ἀπέστειλαν καὶ ἐκάλεσαν αὐτὸν εἰς τὴν σύναξιν, καὶ ἔκαμαν αὐτὸν βασιλέα ἐπὶ πάντα τὸν Ἰσραήλ· δὲν ἠκολούθησε τὸν οἶκον τοῦ Δαυὶδ οὐδεὶς, εἰ μὴ μόνον ἡ φυλὴ τοῦ Ἰούδα. Α΄ Βασιλέων 12:16–20.
The prophecy that Jeroboam would be given a kingdom had been fulfilled, and it was fulfilled at the time he had come out of Egypt. Jealous that God’s sanctuary was in the city of Jerusalem, the city which God had chosen to place his name, Jeroboam set about to counterfeit the sanctuary, the priesthood and worship service that was ordained to only be accomplished in Jerusalem. The work of Jeroboam in setting up a counterfeit system of worship in the northern ten tribes, is a direct parallel to the rebellion of Aaron and the golden calf, and thus provides another witness, not only to the soon-coming Sunday law, but also to the rebellion of 1863.
Η προφητεία ότι θα δινόταν στον Ιεροβοάμ βασιλεία είχε εκπληρωθεί, και εκπληρώθηκε κατά τον χρόνο που είχε εξέλθει από την Αίγυπτο. Ζηλότυπος επειδή το αγιαστήριο του Θεού βρισκόταν στην πόλη της Ιερουσαλήμ, την πόλη την οποία ο Θεός είχε εκλέξει για να θέσει εκεί το όνομά του, ο Ιεροβοάμ επιδόθηκε στο να παραχαράξει το αγιαστήριο, την ιερωσύνη και τη λατρευτική υπηρεσία που είχε οριστεί να επιτελείται μόνο στην Ιερουσαλήμ. Το έργο του Ιεροβοάμ, με την εγκαθίδρυση ενός παραχαραγμένου συστήματος λατρείας στις βόρειες δέκα φυλές, αποτελεί άμεσο παραλληλισμό προς την ανταρσία του Ααρών και του χρυσού μόσχου, και έτσι παρέχει μία ακόμη μαρτυρία, όχι μόνο για τον προσεχώς ερχόμενο νόμο της Κυριακής, αλλά και για την ανταρσία του 1863.
And Jeroboam said in his heart, Now shall the kingdom return to the house of David: If this people go up to do sacrifice in the house of the Lord at Jerusalem, then shall the heart of this people turn again unto their lord, even unto Rehoboam king of Judah, and they shall kill me, and go again to Rehoboam king of Judah. Whereupon the king took counsel, and made two calves of gold, and said unto them, It is too much for you to go up to Jerusalem: behold thy gods, O Israel, which brought thee up out of the land of Egypt. And he set the one in Bethel, and the other put he in Dan. And this thing became a sin: for the people went to worship before the one, even unto Dan. And he made an house of high places, and made priests of the lowest of the people, which were not of the sons of Levi. And Jeroboam ordained a feast in the eighth month, on the fifteenth day of the month, like unto the feast that is in Judah, and he offered upon the altar. So did he in Bethel, sacrificing unto the calves that he had made: and he placed in Bethel the priests of the high places which he had made. So he offered upon the altar which he had made in Bethel the fifteenth day of the eighth month, even in the month which he had devised of his own heart; and ordained a feast unto the children of Israel: and he offered upon the altar, and burnt incense. 1 Kings 12:26–33.
Και είπε ο Ιεροβοάμ εν τη καρδία αυτού· Τώρα η βασιλεία θέλει επιστρέψει εις τον οίκον του Δαβίδ· εάν ο λαός ούτος αναβή διά να προσφέρη θυσίαν εν τω οίκω του Κυρίου εν Ιερουσαλήμ, τότε η καρδία του λαού τούτου θέλει επιστρέψει πάλιν προς τον κύριον αυτών, προς τον Ροβοάμ, βασιλέα του Ιούδα, και θέλουσι με φονεύσει, και επιστρέψει πάλιν προς τον Ροβοάμ, βασιλέα του Ιούδα. Όθεν ο βασιλεύς εσυμβουλεύθη και έκαμε δύο μόσχους χρυσούς και είπε προς αυτούς· Είναι πολύ διά σας να αναβαίνητε εις Ιερουσαλήμ· ιδού οι θεοί σου, Ισραήλ, οίτινες σε ανεβίβασαν εκ γης Αιγύπτου. Και έστησε τον ένα εν Βαιθήλ, και τον άλλον έθεσεν εν Δαν. Και το πράγμα τούτο έγεινεν αμαρτία· διότι ο λαός επορεύετο να προσκυνή ενώπιον του ενός, έως Δαν. Και έκαμεν οίκον υψηλών τόπων, και έκαμε ιερείς εκ των εσχάτων του λαού, οίτινες δεν ήσαν εκ των υιών του Λευΐ. Και διώρισεν ο Ιεροβοάμ εορτήν εν τω ογδόω μηνί, κατά την δεκάτην πέμπτην ημέραν του μηνός, ομοίαν προς την εορτήν την εν Ιούδα, και ανέβη επί το θυσιαστήριον. Ούτω έκαμεν εν Βαιθήλ, θυσιάζων εις τους μόσχους τους οποίους έκαμε· και εγκατέστησεν εν Βαιθήλ τους ιερείς των υψηλών τόπων, τους οποίους είχε κάμει. Και ανέβη επί το θυσιαστήριον το οποίον είχε κάμει εν Βαιθήλ, κατά την δεκάτην πέμπτην ημέραν του ογδόου μηνός, ήτοι εν τω μηνί τον οποίον επενόησεν εκ της ιδίας αυτού καρδίας· και διώρισεν εορτήν εις τους υιούς Ισραήλ· και ανέβη επί το θυσιαστήριον και εθυμίασε. Α΄ Βασιλέων 12:26–33.
Jeroboam’s rebellion provides another line of truth to lay over the rebellion of Aaron, the rebellion of the Protestant horn in 1863, and the rebellion of the Republican horn at the soon-coming Sunday law, and in so doing it broadens the prophetic testimony. In the rebellion of Aaron’s golden calf, the Lord changed the ordained method of selecting the priesthood.
Η ανταρσία του Ιεροβοάμ παρέχει μία ακόμη γραμμή αλήθειας, την οποία μπορούμε να παραθέσουμε επάνω στην ανταρσία του Ααρών, στην ανταρσία του προτεσταντικού κέρατος το 1863, και στην ανταρσία του ρεπουμπλικανικού κέρατος κατά τον επικείμενο νόμο της Κυριακής, και έτσι διευρύνει την προφητική μαρτυρία. Στην ανταρσία του χρυσού μόσχου του Ααρών, ο Κύριος άλλαξε την καθορισμένη μέθοδο επιλογής της ιερωσύνης.
Prior to the rebellion the firstborn of any tribe was to become part of the priesthood. But in Aaron’s golden calf rebellion, it was only the tribe of Levi that stood with Moses. For this reason God changed the ordained method of supplying men for the priesthood, and from that point on it was only the family of Levi that would make up the priesthood.
Πριν από την ανταρσία, ο πρωτότοκος κάθε φυλής επρόκειτο να καταστεί μέρος της ιερωσύνης. Αλλά κατά την ανταρσία του χρυσού μόσχου επί Ααρών, μόνο η φυλή του Λευί στάθηκε με τον Μωυσή. Για τον λόγο αυτόν ο Θεός μετέβαλε τον καθορισμένο τρόπο με τον οποίο προορίζονταν άνδρες για την ιερωσύνη, και από εκείνο το σημείο και έπειτα μόνο η οικογένεια του Λευί θα αποτελούσε την ιερωσύνη.
And when Moses saw that the people were naked; (for Aaron had made them naked unto their shame among their enemies:) Then Moses stood in the gate of the camp, and said, Who is on the Lord’s side? let him come unto me. And all the sons of Levi gathered themselves together unto him. And he said unto them, Thus saith the Lord God of Israel, Put every man his sword by his side, and go in and out from gate to gate throughout the camp, and slay every man his brother, and every man his companion, and every man his neighbour. And the children of Levi did according to the word of Moses: and there fell of the people that day about three thousand men. Exodus 32:25–28.
Και όταν ο Μωυσής είδε ότι ο λαός ήτο γυμνός· (διότι ο Ααρών τούς είχε γυμνώσει προς αισχύνην αυτών μεταξύ των εχθρών αυτών·) τότε ο Μωυσής εστάθη εις την πύλην του στρατοπέδου και είπε· Τίς είναι με το μέρος του Κυρίου; ας έλθη προς εμέ. Και συνήχθησαν προς αυτόν πάντες οι υιοί του Λευΐ. Και είπε προς αυτούς· Ούτω λέγει Κύριος ο Θεός του Ισραήλ· Θέσατε έκαστος την ρομφαίαν αυτού εις τον μηρόν αυτού, και διέλθετε και επανέλθετε από πύλης εις πύλην διά μέσου του στρατοπέδου, και φονεύσατε έκαστος τον αδελφόν αυτού, και έκαστος τον σύντροφον αυτού, και έκαστος τον πλησίον αυτού. Και οι υιοί του Λευΐ έπραξαν κατά τον λόγον του Μωυσέως· και έπεσαν εκ του λαού εκείνην την ημέραν περίπου τρεις χιλιάδες άνδρες. Έξοδος 32:25–28.
Jeroboam counterfeited the work God had accomplished in the rebellion of Aaron when God had raised up a new priesthood from the tribe of Levi, for Jeroboam “made priests of the lowest of the people, which were not of the sons of Levi.” The rebellion at the beginning of the kingdom of the northern ten tribes, parallels the rebellion of Aaron and the dancing fools. The rebellion took place after coming out of Egypt, in fulfillment of a prophecy that promised a kingdom would be established. In both cases a new priesthood was established, that was a change from the former order of selecting priests.
Ο Ιεροβοάμ παραχάραξε το έργο που είχε επιτελέσει ο Θεός κατά την αποστασία του Ααρών, όταν ο Θεός είχε αναδείξει νέα ιερωσύνη από τη φυλή του Λευί, διότι ο Ιεροβοάμ «έκαμεν ιερείς εκ των εσχάτων του λαού, οίτινες δεν ήσαν εκ των υιών Λευί». Η αποστασία στην αρχή του βασιλείου των βόρειων δέκα φυλών παραλληλίζεται με την αποστασία του Ααρών και των χορευόντων αφρόνων. Η αποστασία έλαβε χώρα μετά την έξοδο από την Αίγυπτο, σε εκπλήρωση προφητείας που υποσχόταν ότι θα εγκαθιδρυόταν βασίλειο. Και στις δύο περιπτώσεις εγκαθιδρύθηκε νέα ιερωσύνη, γεγονός που συνιστούσε μεταβολή από την προηγούμενη τάξη εκλογής των ιερέων.
Aaron’s golden calf rebellion was repeated, but it was doubled by Jeroboam, for he made two golden calves and placed them in two cities. The city of Dan, represents statecraft, for Dan means “to judge”, and the city of Bethel represents churchcraft, for Bethel means “the house of God”. The golden calves possessed the same symbolism as Aaron’s calf, but with the added witness of the union of Church and State as represented by the two cities. A calf was the highest form of pagan offering, and therefore represents a counterfeit offering of Christ. Gold is a symbol of Babylon, and the calf was an image of a beast. Just as Aaron ordained a false day of worship, Jeroboam also ordained a feast, and made sure the date for the feast did not agree with the time of the true worship in Jerusalem.
Η αποστασία του χρυσού μόσχου του Ααρών επαναλήφθηκε, αλλά διπλασιάστηκε από τον Ιεροβοάμ, διότι κατασκεύασε δύο χρυσούς μόσχους και τους τοποθέτησε σε δύο πόλεις. Η πόλη Δαν αντιπροσωπεύει την πολιτειακή εξουσία, διότι το Δαν σημαίνει «κρίνειν», και η πόλη Βαιθήλ αντιπροσωπεύει την εκκλησιαστική εξουσία, διότι το Βαιθήλ σημαίνει «ο οίκος του Θεού». Οι χρυσοί μόσχοι έφεραν τον ίδιο συμβολισμό με τον μόσχο του Ααρών, αλλά με την πρόσθετη μαρτυρία της ένωσης Εκκλησίας και Κράτους, όπως αυτή αντιπροσωπεύεται από τις δύο πόλεις. Ένας μόσχος ήταν η ανώτατη μορφή ειδωλολατρικής προσφοράς και, επομένως, αντιπροσωπεύει μια παραχαραγμένη προσφορά του Χριστού. Το χρυσάφι είναι σύμβολο της Βαβυλώνας, και ο μόσχος ήταν εικόνα θηρίου. Όπως ακριβώς ο Ααρών θέσπισε ψευδή ημέρα λατρείας, έτσι και ο Ιεροβοάμ θέσπισε εορτή και φρόντισε ώστε η ημερομηνία της εορτής να μη συμφωνεί με τον χρόνο της αληθινής λατρείας στην Ιερουσαλήμ.
All the elements of the soon-coming Sunday law are represented in Jeroboam’s testimony of rebellion; the false sacrifice (calf), the false Christ (the altar), the image of the beast (combination of Church and State), false day of worship (Sunday) and a counterfeit priesthood.
Όλα τα στοιχεία του επικείμενου νόμου της Κυριακής αντιπροσωπεύονται στη μαρτυρία της ανταρσίας του Ιεροβοάμ: η ψευδής θυσία (ο μόσχος), ο ψευδής Χριστός (το θυσιαστήριο), η εικόνα του θηρίου (ο συνδυασμός Εκκλησίας και Κράτους), η ψευδής ημέρα λατρείας (η Κυριακή) και ένα πλαστό ιερατείο.
The beginning of ancient Israel, the beginning of the ten northern tribes as a kingdom, and the beginning of Adventism all possess the same prophetic elements, and together they identify the prophetic elements of the soon-coming Sunday law. Ancient Israel had come out of the bondage of Egypt, Jeroboam came out of Egypt where he had fled to escape the persecution of Solomon, and Millerite Adventism had just come out of the bondage of the papacy.
Η αρχή του αρχαίου Ισραήλ, η αρχή των δέκα βόρειων φυλών ως βασιλείου, και η αρχή του Αντβεντισμού κατέχουν όλα τα ίδια προφητικά στοιχεία, και μαζί προσδιορίζουν τα προφητικά στοιχεία του επικείμενου νόμου της Κυριακής. Το αρχαίο Ισραήλ είχε εξέλθει από τη δουλεία της Αιγύπτου, ο Ιεροβοάμ είχε εξέλθει από την Αίγυπτο, όπου είχε καταφύγει για να διαφύγει τον διωγμό του Σολομώντα, και ο Μιλλεριτικός Αντβεντισμός μόλις είχε εξέλθει από τη δουλεία του παπισμού.
The priesthood of Levi was established at Aaron’s rebellion, the counterfeit priesthood of the lowest of men was set up in Jeroboam’s testimony, and when the Lord entered into covenant with Millerite Adventism, according to Peter, the Millerites were “a chosen generation, a royal priesthood, an holy nation, a peculiar people; that ye should show forth the praises of him who hath called you out of darkness into his marvellous light.” The light the Millerites had been called unto was the light of Miller’s jewels represented upon Habakkuk’s two tables that had been typified in the history of Aaron’s rebellion by the two tables of the Ten Commandments. The darkness they were called out of was the Dark Ages of papal rule, that had been typified by the darkness of Egyptian bondage.
Η ιερωσύνη του Λευί εγκαθιδρύθηκε κατά την αποστασία του Ααρών, η παραποιημένη ιερωσύνη των ελαχίστων των ανθρώπων ανεγέρθηκε στη μαρτυρία του Ιεροβοάμ, και όταν ο Κύριος εισήλθε σε διαθήκη με τον Μιλλεριτικό Αντβεντισμό, σύμφωνα με τον Πέτρο, οι Μιλλερίτες ήσαν «γένος εκλεκτόν, βασίλειον ιεράτευμα, έθνος άγιον, λαός τον οποίον απέκτησεν ο Θεός, διά να εξαγγείλητε τας αρετάς εκείνου, όστις σας εκάλεσεν εκ του σκότους εις το θαυμαστόν αυτού φως». Το φως στο οποίο είχαν κληθεί οι Μιλλερίτες ήταν το φως των πολύτιμων λίθων του Μίλλερ, όπως παριστάνεται επάνω στις δύο πλάκες του Αββακούμ, που είχαν προτυπωθεί στην ιστορία της αποστασίας του Ααρών από τις δύο πλάκες των Δέκα Εντολών. Το σκότος από το οποίο εκλήθησαν να εξέλθουν ήταν οι Σκοτεινοί Αιώνες της παπικής κυριαρχίας, που είχαν προτυπωθεί από το σκότος της αιγυπτιακής δουλείας.
When Christ raised up the temple that had been trodden down by both paganism and papalism, He did so in forty-six years from 1798 to 1844. When he had erected the temple, then as the Messenger of the Covenant, He suddenly came to His temple on October 22, 1844, for He had erected the temple that had been trodden down and destroyed, and He also purified a priesthood that was represented by the tribe of Levi.
Όταν ο Χριστός ανόρθωσε τον ναό που είχε καταπατηθεί τόσο από τον παγανισμό όσο και από τον παπισμό, το έπραξε σε σαράντα έξι έτη, από το 1798 έως το 1844. Αφού είχε οικοδομήσει τον ναό, τότε, ως ο Άγγελος της Διαθήκης, ήλθε αιφνιδίως στον ναό Του στις 22 Οκτωβρίου 1844, διότι είχε ανορθώσει τον ναό που είχε καταπατηθεί και καταστραφεί, και επίσης εξάγνισε μία ιερωσύνη που αντιπροσωπευόταν από τη φυλή του Λευΐ.
But who may abide the day of his coming? and who shall stand when he appeareth? for he is like a refiner’s fire, and like fullers’ soap: And he shall sit as a refiner and purifier of silver: and he shall purify the sons of Levi, and purge them as gold and silver, that they may offer unto the Lord an offering in righteousness. Then shall the offering of Judah and Jerusalem be pleasant unto the Lord, as in the days of old, and as in former years. Malachi 3:2–4.
Αλλ’ ποῖος δύναται νὰ ὑπομείνῃ τὴν ἡμέραν τῆς παρουσίας αὐτοῦ; καὶ ποῖος θέλει σταθῇ ὅταν ἐμφανισθῇ; διότι αὐτὸς εἶναι ὡς πῦρ χωνευτηρίου καὶ ὡς σαπώνιον κναφέως· καὶ θέλει καθίσαι ὡς χωνευτὴς καὶ καθαριστὴς τοῦ ἀργυρίου· καὶ θέλει καθαρίσει τοὺς υἱοὺς τοῦ Λευΐ, καὶ θέλει ἐκκαθαρίσει αὐτοὺς ὡς τὸν χρυσὸν καὶ τὸ ἀργύριον, διὰ νὰ προσφέρωσι πρὸς τὸν Κύριον προσφορὰν ἐν δικαιοσύνῃ. Τότε ἡ προσφορὰ τοῦ Ἰούδα καὶ τῆς Ἱερουσαλὴμ θέλει εἶσθαι εὐάρεστος εἰς τὸν Κύριον, ὡς ἐν ταῖς ἡμέραις ταῖς ἀρχαίαις καὶ ὡς ἐν τοῖς πρότεροις ἔτεσιν. Μαλαχίας 3:2–4.
On October 22, 1844 Christ suddenly came to His temple and entered into covenant with a people who were represented by the Levitical priesthood, yet by 1863, they had repeated the rebellion of Aaron, and the Millerite priesthood transitioned to the Laodicean priesthood, as represented by Jeroboam’s priesthood of the lowest of men, and Aaron’s dancing fools. Yet the testimony of Jeroboam’s rebellion has a larger testimony of the rebellion of 1863. When Jeroboam inaugurated his false system of worship a prophet from Jerusalem was sent to rebuke Jeroboam’s rebellion, as typified by Millerite Adventism being led to accept the Sabbath of the Ten Commandments as the day of rest.
Την 22α Οκτωβρίου 1844, ο Χριστός ήλθε αιφνιδίως στον ναό Του και εισήλθε σε διαθήκη με έναν λαό ο οποίος αντιπροσωπευόταν από τη Λευιτική ιεροσύνη· όμως, έως το 1863, είχαν επαναλάβει την ανταρσία του Ααρών, και η Μιλλεριτική ιεροσύνη μεταβλήθηκε στη Λαοδικειακή ιεροσύνη, όπως αντιπροσωπεύεται από την ιεροσύνη του Ιεροβοάμ, αποτελούμενη από τους κατωτάτους των ανθρώπων, και από τους χορεύοντες μωρούς του Ααρών. Εντούτοις, η μαρτυρία της ανταρσίας του Ιεροβοάμ περιέχει μια ευρύτερη μαρτυρία περί της ανταρσίας του 1863. Όταν ο Ιεροβοάμ εγκαινίασε το ψευδές του σύστημα λατρείας, ένας προφήτης από την Ιερουσαλήμ απεστάλη για να ελέγξει την ανταρσία του Ιεροβοάμ, όπως προτυπώνεται από το γεγονός ότι ο Μιλλεριτικός Αντβεντισμός οδηγήθηκε να αποδεχθεί το Σάββατο των Δέκα Εντολών ως ημέρα αναπαύσεως.
When Adventism accepted the light of the third angel and the sanctuary they represented a rebuke to those Protestants that had rejected the increasing light of the unsealing that began at the time of the end in 1798. Just as ancient Israel had forgotten the Sabbath while in their Egyptian bondage, the church in the wilderness had forgotten the Sabbath by the time 1798 arrived. The increasing light of the judgment-hour message brought by the Millerites ultimately led to the sanctuary and the law of God.
Όταν ο Αντβεντισμός αποδέχθηκε το φως του τρίτου αγγέλου και το αγιαστήριο, αντιπροσώπευαν έλεγχο προς εκείνους τους Προτεστάντες που είχαν απορρίψει το αυξανόμενο φως της αποσφράγισης, η οποία άρχισε στον καιρό του τέλους το 1798. Ακριβώς όπως ο αρχαίος Ισραήλ είχε λησμονήσει το Σάββατο κατά την αιγυπτιακή του δουλεία, έτσι και η εκκλησία στην έρημο είχε λησμονήσει το Σάββατο έως ότου έφθασε το 1798. Το αυξανόμενο φως του αγγέλματος της ώρας της κρίσεως, που μεταφέρθηκε από τους Μιλλερίτες, οδήγησε τελικώς στο αγιαστήριο και στον νόμο του Θεού.
That light arrived on October 22, 1844, and represented a rebuke of false worship to those who had been called to come all the way out of the false doctrines of Catholicism. The worship of the sun is the mark of Catholicism’s authority over the churches who returned to her fold. That rebuke is represented at Jeroboam’s inauguration of his false system of worship.
Εκείνο το φως έφθασε στις 22 Οκτωβρίου 1844 και αντιπροσώπευε επίπληξη κατά της ψευδούς λατρείας προς εκείνους που είχαν κληθεί να εξέλθουν πλήρως από τις ψευδείς διδασκαλίες του Καθολικισμού. Η λατρεία του ήλιου είναι το σημείο της εξουσίας του Καθολικισμού επάνω στις εκκλησίες που επέστρεψαν στον κόλπο της. Αυτή η επίπληξη παριστάνεται κατά την εγκαινίαση από τον Ιεροβοάμ του ψευδούς του συστήματος λατρείας.
And Jeroboam ordained a feast in the eighth month, on the fifteenth day of the month, like unto the feast that is in Judah, and he offered upon the altar. So did he in Bethel, sacrificing unto the calves that he had made: and he placed in Bethel the priests of the high places which he had made. So he offered upon the altar which he had made in Bethel the fifteenth day of the eighth month, even in the month which he had devised of his own heart; and ordained a feast unto the children of Israel: and he offered upon the altar, and burnt incense. And, behold, there came a man of God out of Judah by the word of the Lord unto Bethel: and Jeroboam stood by the altar to burn incense. And he cried against the altar in the word of the Lord, and said, O altar, altar, thus saith the Lord; Behold, a child shall be born unto the house of David, Josiah by name; and upon thee shall he offer the priests of the high places that burn incense upon thee, and men’s bones shall be burnt upon thee. And he gave a sign the same day, saying, This is the sign which the Lord hath spoken; Behold, the altar shall be rent, and the ashes that are upon it shall be poured out. And it came to pass, when king Jeroboam heard the saying of the man of God, which had cried against the altar in Bethel, that he put forth his hand from the altar, saying, Lay hold on him.
Καὶ ὁ Ἱεροβοὰμ καθιέρωσε ἑορτὴν ἐν τῷ ὀγδόῳ μηνί, τῇ δεκάτῃ πέμπτῃ ἡμέρᾳ τοῦ μηνός, ὁμοίαν πρὸς τὴν ἑορτὴν τὴν ἐν Ἰούδα, καὶ προσέφερε ἐπὶ τοῦ θυσιαστηρίου. Οὕτως ἔπραξεν ἐν Βαιθήλ, θυσιάζων τοῖς μόσχοις οὓς εἶχεν κατασκευάσει· καὶ ἐγκατέστησεν ἐν Βαιθήλ τοὺς ἱερεῖς τῶν ὑψηλῶν τόπων, οὓς εἶχεν ποιήσει. Καὶ προσέφερε ἐπὶ τοῦ θυσιαστηρίου, τοῦ ὁποίου εἶχεν κατασκευάσει ἐν Βαιθήλ, τῇ δεκάτῃ πέμπτῃ ἡμέρᾳ τοῦ ὀγδόου μηνός, δηλαδὴ τοῦ μηνὸς ὃν εἶχεν ἐπινοήσει ἐκ τῆς ἰδίας αὐτοῦ καρδίας· καὶ καθιέρωσε ἑορτὴν εἰς τοὺς υἱοὺς Ἰσραήλ· καὶ προσέφερε ἐπὶ τοῦ θυσιαστηρίου καὶ ἔκαιε θυμίαμα. Καὶ ἰδού, ἦλθεν ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ ἐκ τοῦ Ἰούδα εἰς Βαιθήλ διὰ λόγου Κυρίου· καὶ ὁ Ἱεροβοὰμ ἵστατο πλησίον τοῦ θυσιαστηρίου διὰ νὰ κάψῃ θυμίαμα. Καὶ ἐβόησε κατὰ τοῦ θυσιαστηρίου ἐν λόγῳ Κυρίου, καὶ εἶπεν· Ὦ θυσιαστήριον, θυσιαστήριον, οὕτως λέγει Κύριος· Ἰδού, τέκνον θέλει γεννηθῆ εἰς τὸν οἶκον Δαυίδ, Ἰωσίας τὸ ὄνομα αὐτοῦ· καὶ ἐπὶ σοῦ θέλει προσφέρει τοὺς ἱερεῖς τῶν ὑψηλῶν τόπων, οἳ καίουσι θυμίαμα ἐπὶ σοῦ, καὶ ὀστᾶ ἀνθρώπων θέλουσι καυθῆ ἐπὶ σοῦ. Καὶ ἔδωκε σημεῖον ἐν τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, λέγων· Τοῦτο εἶναι τὸ σημεῖον τὸ ὁποῖον ἐλάλησεν ὁ Κύριος· Ἰδού, τὸ θυσιαστήριον θέλει σχισθῆ, καὶ ἡ τέφρα ἡ ἐπάνω αὐτοῦ θέλει χυθῆ. Καὶ ἐγένετο, ὅτε ἤκουσεν ὁ βασιλεὺς Ἱεροβοὰμ τὸν λόγον τοῦ ἀνθρώπου τοῦ Θεοῦ, ὃς ἐβόησε κατὰ τοῦ θυσιαστηρίου ἐν Βαιθήλ, ὥστε ἐξέτεινε τὴν χεῖρα αὐτοῦ ἀπὸ τοῦ θυσιαστηρίου, λέγων· Συλλάβετε αὐτόν.
And his hand, which he put forth against him, dried up, so that he could not pull it in again to him. The altar also was rent, and the ashes poured out from the altar, according to the sign which the man of God had given by the word of the Lord. And the king answered and said unto the man of God, Intreat now the face of the Lord thy God, and pray for me, that my hand may be restored me again. And the man of God besought the Lord, and the king’s hand was restored him again, and became as it was before. And the king said unto the man of God, Come home with me, and refresh thyself, and I will give thee a reward. And the man of God said unto the king, If thou wilt give me half thine house, I will not go in with thee, neither will I eat bread nor drink water in this place: For so was it charged me by the word of the Lord, saying, Eat no bread, nor drink water, nor turn again by the same way that thou camest. So he went another way, and returned not by the way that he came to Bethel. 1 Kings 12:32–13:10.
Και ἐξηράνθη ἡ χείρ αὐτοῦ, τὴν ὁποίαν ἐξέτεινε κατ’ αὐτοῦ, ὥστε δὲν ἠδύνατο νὰ τὴν ἐπαναφέρει πρὸς ἑαυτόν. Καὶ τὸ θυσιαστήριον ἐσχίσθη, καὶ ἡ σποδὸς ἐξεχύθη ἀπὸ τοῦ θυσιαστηρίου, κατὰ τὸ σημεῖον τὸ ὁποῖον ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ εἶχεν ἐνδείξει διὰ τοῦ λόγου τοῦ Κυρίου. Καὶ ἀποκριθεὶς ὁ βασιλεὺς εἶπε πρὸς τὸν ἄνθρωπον τοῦ Θεοῦ· Δεήθητι τώρα τὸ πρόσωπον Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου, καὶ προσευχήθητι δι’ ἐμέ, διὰ νὰ ἀποκατασταθῇ πάλιν ἡ χείρ μου. Καὶ ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ ἐδεήθη τοῦ Κυρίου, καὶ ἡ χείρ τοῦ βασιλέως ἀποκατεστάθη εἰς αὐτὸν πάλιν, καὶ ἔγεινεν ὡς πρότερον. Καὶ εἶπεν ὁ βασιλεὺς πρὸς τὸν ἄνθρωπον τοῦ Θεοῦ· Ἔλθε μετ’ ἐμοῦ εἰς τὸν οἶκόν μου, καὶ ἀναψύχθητι, καὶ ἐγὼ θέλω σοῦ δώσει ἀμοιβήν. Καὶ εἶπεν ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν βασιλέα· Ἐὰν μοι δώσεις τὸ ἥμισυ τοῦ οἴκου σου, δὲν θέλω εἰσέλθει μετὰ σοῦ, οὔτε θέλω φάγει ἄρτον οὔτε πιεῖ ὕδωρ ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ· διότι οὕτως μοι ἐδόθη ἐντολή διὰ τοῦ λόγου τοῦ Κυρίου, λέγουσα· Μὴ φάγῃς ἄρτον, μηδὲ πίῃς ὕδωρ, μηδὲ ἐπιστρέψῃς διὰ τῆς αὐτῆς ὁδοῦ δι’ ἧς ἦλθες. Καὶ ἀπῆλθε δι’ ἄλλης ὁδοῦ, καὶ δὲν ἐπέστρεψεν διὰ τῆς ὁδοῦ δι’ ἧς ἦλθεν εἰς Βαιθήλ. Γ΄ Βασιλειῶν 12:32–13:10.
Along with the rebellion of the golden calves in the testimony of Aaron and Jeroboam, the actual inauguration of the false system of worship that Jeroboam ordained is included in his testimony. That inauguration represents the distinction between the worship that was to be carried out in Jerusalem, and Jeroboam’s counterfeit system. From 1798 through to 1844, the Lord brought his people out of the darkness of papal rule into the marvelous prophetic light represented by the three angels of Revelation fourteen. The Protestant churches rejected that light and in so doing became the daughters of Catholicism in 1844.
Μαζί με την ανταρσία των χρυσών μόσχων στη μαρτυρία του Ααρών και του Ιεροβοάμ, περιλαμβάνεται στη μαρτυρία του και η πραγματική εγκαινίαση του ψευδούς συστήματος λατρείας που θέσπισε ο Ιεροβοάμ. Αυτή η εγκαινίαση αντιπροσωπεύει τη διάκριση μεταξύ της λατρείας που επρόκειτο να τελείται στην Ιερουσαλήμ και του παραποιημένου συστήματος του Ιεροβοάμ. Από το 1798 έως το 1844, ο Κύριος έβγαλε τον λαό Του από το σκοτάδι της παπικής κυριαρχίας στο θαυμαστό προφητικό φως που αντιπροσωπεύεται από τους τρεις αγγέλους της Αποκάλυψης δεκατέσσερα. Οι Προτεσταντικές εκκλησίες απέρριψαν εκείνο το φως και, πράττοντας έτσι, έγιναν οι θυγατέρες του Καθολικισμού το 1844.
Jeroboam’s worship typified the Catholic system of worship, and in his story the northern kingdom of Israel represents the false system of Catholicism that the Protestants of Millerite history chose to remain in. The symbol of that system is the worship of the sun.
Η λατρεία του Ιεροβοάμ προεικόνιζε το καθολικό σύστημα λατρείας, και στην αφήγησή του το βόρειο βασίλειο του Ισραήλ αντιπροσωπεύει το ψευδές σύστημα του Καθολικισμού, στο οποίο οι Προτεστάντες της Μιλλεριτικής ιστορίας επέλεξαν να παραμείνουν. Το σύμβολο εκείνου του συστήματος είναι η λατρεία του ήλιου.
The faithful and wise virgins that entered into the Most Holy Place on October 22, 1844, represented a rebuke to the Protestants who had just returned to the influence of Catholicism, and became the daughters of Rome. In the inauguration of Jeroboam’s counterfeit system of worship a prophet came from Judah and rebuked Jeroboam, thus typifying the faithful virgins who entered into the Most Holy Place and were led to recognize the law of God. The story of that prophet and his rebuke to Jeroboam is highly informative when considering the rebellion of 1863, yet the story needs to wait until an ending is placed along with a beginning.
Οι πιστές και φρόνιμες παρθένες που εισήλθαν στα Άγια των Αγίων στις 22 Οκτωβρίου 1844 αντιπροσώπευαν έναν έλεγχο προς τους Προτεστάντες, οι οποίοι μόλις είχαν επιστρέψει στην επιρροή του Καθολικισμού και έγιναν θυγατέρες της Ρώμης. Κατά την καθιέρωση του πλαστού συστήματος λατρείας του Ιεροβοάμ, ένας προφήτης ήλθε από τον Ιούδα και επέπληξε τον Ιεροβοάμ, προτυπώνοντας έτσι τις πιστές παρθένες που εισήλθαν στα Άγια των Αγίων και οδηγήθηκαν να αναγνωρίσουν τον νόμο του Θεού. Η ιστορία εκείνου του προφήτη και του ελέγχου του προς τον Ιεροβοάμ είναι εξαιρετικά διαφωτιστική όταν εξετάζεται η αποστασία του 1863· όμως η ιστορία αυτή πρέπει να περιμένει έως ότου τοποθετηθεί ένα τέλος μαζί με μία αρχή.
The beginnings of ancient Israel, Jeroboam’s kingdom, and modern Israel all align and together they provide three witnesses of the end of the earth beast of Revelation thirteen, at the soon-coming Sunday law. The faithful of Millerite Adventism on October 22, 1844, became the true Protestant horn of the earth beast, and they did so in the history which began at the time of the end in 1798. 1798 was the beginning of the sixth kingdom of Bible prophecy, the United States, and the establishment of the true Protestant horn of Adventism in the United States. In that beginning history represents the ending history of the United States, for Jesus always illustrates the end of a thing with the beginning of a thing.
Οι απαρχές του αρχαίου Ισραήλ, το βασίλειο του Ιεροβοάμ και ο σύγχρονος Ισραήλ ευθυγραμμίζονται όλα, και από κοινού παρέχουν τρεις μάρτυρες του τέλους του θηρίου της γης της Αποκάλυψης δεκατρία, κατά τον προσεχώς ερχόμενο νόμο της Κυριακής. Οι πιστοί του Μιλλεριτικού Αντβεντισμού στις 22 Οκτωβρίου 1844 έγιναν το αληθινό προτεσταντικό κέρας του θηρίου της γης, και το έπραξαν αυτό μέσα στην ιστορία που άρχισε κατά τον καιρό του τέλους, το 1798. Το 1798 ήταν η απαρχή του έκτου βασιλείου της βιβλικής προφητείας, των Ηνωμένων Πολιτειών, και της εγκαθιδρύσεως του αληθινού προτεσταντικού κέρατος του Αντβεντισμού στις Ηνωμένες Πολιτείες. Σε εκείνη την αρχική ιστορία αναπαρίσταται η τελική ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών, διότι ο Ιησούς πάντοτε απεικονίζει το τέλος ενός πράγματος με την αρχή ενός πράγματος.
The three beginning witnesses of ancient, modern and Jeroboam’s Israel illustrate the end of the earth beast, but there is also another ending that needs to be put in place in advance of laying out the testimony of the prophet that came from Judah and rebuked Jeroboam. The ending history that needs to be included is the ending of the northern and southern kingdoms of Israel as represented by the prophet Ezekiel.
Οι τρεις αρχικοί μάρτυρες του αρχαίου, του σύγχρονου και του Ισραήλ του Ιεροβοάμ απεικονίζουν το τέλος του θηρίου της γης, αλλά υπάρχει επίσης και ένα άλλο τέλος, το οποίο χρειάζεται να τεθεί εκ των προτέρων προτού εκτεθεί η μαρτυρία του προφήτη που ήλθε από τον Ιούδα και επέπληξε τον Ιεροβοάμ. Η ιστορία του τέλους που πρέπει να συμπεριληφθεί είναι το τέλος των βόρειου και νότιου βασιλείων του Ισραήλ, όπως αυτό παριστάνεται από τον προφήτη Ιεζεκιήλ.
It should not be forgotten that what we are now illustrating is that the rebellion of 1863 is marked by the first abomination of Ezekiel chapter eight, which was the image of jealousy. Once we address the ending of the northern and southern kingdoms as represented by Ezekiel we will have more than enough evidence to uphold that the rebellion of 1863 was illustrated by Aaron and Jeroboam’s rebellion, and that it identifies the beginning of the first of four generations of Laodicean Adventism.
Δεν θα πρέπει να λησμονείται ότι εκείνο το οποίο τώρα παρουσιάζουμε είναι πως η αποστασία του 1863 σημειώνεται από το πρώτο βδέλυγμα του όγδοου κεφαλαίου του Ιεζεκιήλ, το οποίο ήταν η εικόνα της ζηλοτυπίας. Μόλις εξετάσουμε το τέλος των βορείου και νοτίου βασιλείων, όπως παριστάνεται από τον Ιεζεκιήλ, θα έχουμε υπεραρκετές αποδείξεις για να στηρίξουμε ότι η αποστασία του 1863 απεικονίσθηκε από την αποστασία του Ααρών και του Ιεροβοάμ, και ότι προσδιορίζει την αρχή της πρώτης από τέσσερις γενεές του Λαοδικειανού Αντβεντισμού.
We will continue this study in the next article.
Θα συνεχίσουμε αυτή τη μελέτη στο επόμενο άρθρο.
The word of the Lord came again unto me, saying, Moreover, thou son of man, take thee one stick, and write upon it, For Judah, and for the children of Israel his companions: then take another stick, and write upon it, For Joseph, the stick of Ephraim, and for all the house of Israel his companions: And join them one to another into one stick; and they shall become one in thine hand. And when the children of thy people shall speak unto thee, saying, Wilt thou not shew us what thou meanest by these? Say unto them, Thus saith the Lord God; Behold, I will take the stick of Joseph, which is in the hand of Ephraim, and the tribes of Israel his fellows, and will put them with him, even with the stick of Judah, and make them one stick, and they shall be one in mine hand. And the sticks whereon thou writest shall be in thine hand before their eyes. And say unto them, Thus saith the Lord God; Behold, I will take the children of Israel from among the heathen, whither they be gone, and will gather them on every side, and bring them into their own land:
Και ο λόγος του Κυρίου ήλθε πάλιν προς εμέ, λέγων· Επιπλέον, υιέ ανθρώπου, λάβε εις σεαυτόν μία ράβδο και γράψε επ’ αυτής, Διά τον Ιούδαν και διά τους υιούς του Ισραήλ, τους συντρόφους αυτού· έπειτα λάβε άλλη ράβδο και γράψε επ’ αυτής, Διά τον Ιωσήφ, τη ράβδο του Εφραΐμ, και διά όλον τον οίκο του Ισραήλ, τους συντρόφους αυτού· και ένωσέ τας, την μίαν με την άλλην, εις μίαν ράβδον· και θέλουσι γίνει μία εν τη χειρί σου. Και όταν οι υιοί του λαού σου σοι είπωσι, λέγοντες, Δεν θέλεις να μας δείξεις τι σημαίνουν αυτά διά σε; είπον προς αυτούς, Ούτω λέγει Κύριος ο Θεός· Ιδού, εγώ θέλω λάβει τη ράβδον του Ιωσήφ, ήτις είναι εν τη χειρί του Εφραΐμ, και τας φυλάς του Ισραήλ, τους συντρόφους αυτού, και θέλω θέσει αυτά μετ’ αυτού, τουτέστι με τη ράβδον του Ιούδα, και θέλω κάμει αυτά μίαν ράβδον, και θέλουσιν είσθαι μία εν τη χειρί μου. Και αι ράβδοι, επί των οποίων γράφεις, θέλουσιν είσθαι εν τη χειρί σου ενώπιον των οφθαλμών αυτών. Και είπον προς αυτούς, Ούτω λέγει Κύριος ο Θεός· Ιδού, εγώ θέλω λάβει τους υιούς του Ισραήλ εκ μέσου των εθνών, όπου υπήγαν, και θέλω συνάξει αυτούς πανταχόθεν, και θέλω φέρει αυτούς εις την γην αυτών·
And I will make them one nation in the land upon the mountains of Israel; and one king shall be king to them all: and they shall be no more two nations, neither shall they be divided into two kingdoms any more at all: Neither shall they defile themselves any more with their idols, nor with their detestable things, nor with any of their transgressions: but I will save them out of all their dwelling places, wherein they have sinned, and will cleanse them: so shall they be my people, and I will be their God. And David my servant shall be king over them; and they all shall have one shepherd: they shall also walk in my judgments, and observe my statutes, and do them. And they shall dwell in the land that I have given unto Jacob my servant, wherein your fathers have dwelt; and they shall dwell therein, even they, and their children, and their children’s children for ever: and my servant David shall be their prince forever. Moreover I will make a covenant of peace with them; it shall be an everlasting covenant with them: and I will place them, and multiply them, and will set my sanctuary in the midst of them for evermore. My tabernacle also shall be with them: yea, I will be their God, and they shall be my people. And the heathen shall know that I the Lord do sanctify Israel, when my sanctuary shall be in the midst of them for evermore. Ezekiel 37:15–28.
Και θέλω καταστήσει αυτούς ένα έθνος εν τη γη, επί των ορέων του Ισραήλ· και εις βασιλεύς θέλει είσθαι βασιλεύς επί πάντας αυτούς· και δεν θέλουσιν είσθαι πλέον δύο έθνη, ουδέ θέλουσι διαιρεθή πλέον εις δύο βασίλεια διόλου· ουδέ θέλουσι μιανθή πλέον με τα είδωλα αυτών, ούτε με τα βδελύγματα αυτών, ούτε με ουδεμίαν εκ των παραβάσεων αυτών· αλλά θέλω σώσει αυτούς εκ πάντων των κατοικητηρίων αυτών, όπου ημάρτησαν, και θέλω καθαρίσει αυτούς· και θέλουσιν είσθαι λαός μου, και εγώ θέλω είσθαι Θεός αυτών. Και ο δούλος μου Δαβίδ θέλει είσθαι βασιλεύς επ’ αυτούς· και πάντες ούτοι θέλουσιν έχει ένα ποιμένα· θέλουσι περιπατεί εν ταις κρίσεσί μου, και θέλουσι φυλάττει τα διατάγματά μου, και εκτελεί αυτά. Και θέλουσι κατοικεί εν τη γη, την οποίαν έδωκα εις Ιακώβ τον δούλον μου, όπου κατώκησαν οι πατέρες σας· και θέλουσι κατοικεί εν αυτή, αυτοί και τα τέκνα αυτών και τα τέκνα των τέκνων αυτών εις τον αιώνα· και ο δούλος μου Δαβίδ θέλει είσθαι άρχων αυτών εις τον αιώνα. Και έτι θέλω συνάψει προς αυτούς διαθήκην ειρήνης· διαθήκη αιώνιος θέλει είσθαι προς αυτούς· και θέλω στερεώσει αυτούς, και πληθύνει αυτούς, και θέλω θέσει το αγιαστήριόν μου εν μέσω αυτών εις τον αιώνα. Και η σκηνή μου θέλει είσθαι μετ’ αυτών· και θέλω είσθαι Θεός αυτών, και αυτοί θέλουσιν είσθαι λαός μου. Και τα έθνη θέλουσι γνωρίσει ότι εγώ είμαι ο Κύριος ο αγιάζων τον Ισραήλ, όταν το αγιαστήριόν μου ήναι εν μέσω αυτών εις τον αιώνα. Ιεζεκιήλ 37:15–28.